Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

ev media-logo

«H θεωρία Χ και το Δημόσιο». Άρθρο του Διονύση Παρούτσα, για την κατάσταση που επικρατεί στις δημόσιες υπηρεσίες

Μερικές φορές είναι απόλαυση να μιλάει κανείς με παλιούς συνταξιούχους του δημοσίου. Είναι άνθρωποι που κατέθεσαν την ψυχή και τη ζωή τους στην υπηρεσία του πολίτη και σήμερα βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί στις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, απλά δεν μπορούν να κατανοήσουν πώς έφτασε το πράγμα σε τέτοιο σημείο παρακμής. Τους βλέπεις πάντα να στέκονται στις ουρές άλλοτε με υπομονή και άλλοτε διαμαρτυρόμενοι, ανάλογα με τον χαρακτήρα του καθενός, αλλά πάντα με μια αξιοπρέπεια και ένα ήθος που κάθε μέρα όλο και λιγοστεύει στην καθημερινότητά μας.820

Υπάρχει μια αδιόρατη γραμμή που ξεχωρίζει τις γενιές των δημοσίων υπαλλήλων και τοποθετείται κάπου εκεί στις αρχές της μεταπολίτευσης, γύρω στα 1977 με 1980. Πριν από αυτό το χρονικό όριο, όσοι υπηρετούσαν στη δημόσια διοίκηση διέθεταν έναν απίστευτα υψηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και αξιολογούσαν οι ίδιοι πολύ υψηλά το έργο που προσέφεραν. Είτε επρόκειτο για γιατρούς, είτε για εκπαιδευτικούς, είτε για υπαλλήλους γραφείων, ταμείων, υπηρεσιών κλπ, όλοι μα όλοι απέπνεαν έναν αέρα εξουσίας την οποία όμως σπάνια καταχρώντο.

Φυσικά, δεν λέει κανείς ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι της δεκαετίας του εξήντα ήταν άγιοι, ή ότι ορισμένοι από αυτούς δεν λυμαίνονταν το δημόσιο χρήμα ή ότι η επιλογή τους ήταν αξιοκρατική. Εντούτοις, υπήρχαν σαφέστατα πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από σήμερα οι οποίοι σέβονταν τους τύπους, τηρούσαν τις εγκυκλίους και φυσικά δεν διανοούνταν να πετάξουν μια διαταγή ανωτέρου στο συρτάρι και να μείνει εκεί επ’  αόριστον. Πολλοί δε από αυτούς έφεραν ως παράσημο τιμής τον τίτλο της υπηρεσίας τους και δεν θα δεχόντουσαν ποτέ μύγα στο σπαθί τους στον τρόπο με τον οποίο εκτελούσαν την εργασία τους και φυσικά δεν θα είχαν στο γραφείο τους στοίβες με χαρτιά υποθέσεων πολιτών από τα οποία η ημερομηνία του παλιότερου θα πήγαινε πίσω μέχρι και ...μία δεκαετία!

Τι συνέβη λοιπόν και εν μία νυκτί, άλλαξε άρδην ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται η μεγάλη πλειοψηφία αυτής της τάξης εργαζομένων στη χώρα μας; Η απάντηση είναι ότι συνέβησαν πολλές και πολυεπίπεδες αλλαγές ταυτόχρονα, οι οποίες όμως, αντί να βελτιώσουν την κατάσταση, οδήγησαν τα πράγματα σε παρακμή, αντί να οδηγήσουν στην πρόοδο οδήγησαν σε μαρασμό. Η ελευθερία έκφρασης που απέκτησαν στον αντίποδα του περιορισμένου και ανελεύθερου καθεστώτος χρησιμοποιήθηκε με τρόπο κακό. Ο αυταρχισμός των διάφορων αξιολογητών, αντί να οδηγήσει στη βελτίωση των τρόπων αξιολόγησης, είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση των αξιολογητών συλλήβδην. Έτσι χωρίς μέτρο σύγκρισης, χωρίς ξεκαθάρισμα της ήρας από το στάρι, όλοι ανέρχονταν την κλίμακα της ιεραρχίας ακώλυτα, με μόνο κριτήριο την αρχαιότητα και βάση την ημερομηνία διορισμού.

Η κατάργηση της αξιολόγησης σε όλα τα επίπεδα είχε ως αποτέλεσμα την αναρρίχηση σε θέσεις ευθύνης ανθρώπων που δεν διέθεταν τα προσόντα και άμεση συνέπεια την απαξίωση της κάθε υπηρεσίας γενικότερα. Και το κακό δεν ήταν ότι το Δημόσιο απαξιώθηκε στη συνείδηση των πολιτών. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι απαξιώθηκε στην συνείδηση των ίδιων των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι πλέον έπαψαν να βλέπουν το έργο τους ως λειτούργημα και το θεώρησαν μόνο ως βιοποριστικό μέσον και τίποτε άλλο.

Μήπως όμως αυτό δεν είναι και ένα φαινόμενο που βρίσκει εφαρμογή και σε άλλους τομείς της καθημερινότητάς μας; Ελάχιστοι είναι σήμερα οι επαγγελματίες που θεωρούν ότι αυτό που κάνουν συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί, οι δικαστές, οι νομικοί, έχουν ομογενοποιηθεί σε τέτοιο σημείο που είναι ζήτημα αν ποτέ σκέφτηκαν ότι το έργο τους είναι πρωταρχικά επ’  ωφελεία του συνόλου και δευτερευόντως για να εξοικονομήσουν οι ίδιοι τα προς το ζην.

Οι υδραυλικοί, οι μπογιατζήδες, οι κτίστες, οι τεχνίτες της πέτρας, οι μηχανικοί αυτοκινήτων έχουν ουσιαστικά καταστεί απλοί διεκπεραιωτές και αντικαταστάτες ανταλλακτικών, έχοντας χάσει αυτό το μεράκι που είχαν οι παλιοί μάστορες, οι άνθρωποι που δεν δίσταζαν να χαλάσουν ό,τι είχαν φτιάξει για να το κάνουν καλύτερα. Κι αν κάποιος σήμερα κάνει κάτι τέτοιο, θα θεωρηθεί απλά γραφικός! Ο Μακ Γκρέγκορ στα 1960 με το βιβλίο του «Η ανθρώπινη πλευρά των επιχειρήσεων» έκανε μια έρευνα με την οποία συστηματοποίησε τους τρόπους διοίκησης σε δύο κατηγορίες. Την κατηγορία Χ και την κατηγορία Υ.

Σύμφωνα με τη Θεωρία Χ τα άτομα από τη φύση τους είναι φυγόπονα και θέλουν πίεση,  έχουν μικρή δημιουργική ικανότητα, θέλουν να ικανοποιούν μόνο τις ανάγκες ασφάλειας και τις φυσιολογικές και απαιτείται στενή επίβλεψη στην εργασία τους Σύμφωνα με τη Θεωρία Ψ, η εργασία είναι φυσική και παιγνιώδης, ο έλεγχος και η απειλή δεν είναι απαραίτητα, η δημιουργική ικανότητα υπάρχει σε πολλά άτομα και αν υπάρξει η κατάλληλη παρακίνηση μπορούν να ωφεληθούν όλες οι διαβαθμίσεις στην ιεραρχία. 

Ο Μακ Γκρέγκορ υποστήριξε ότι η θεωρία Ψ είναι δυσκολότερο να εφαρμοστεί στη μαζική παραγωγή, αλλά χρησιμοποιείται ικανοποιητικά στη διαχείριση στελεχών διοίκησης και επαγγελματιών. Δυστυχώς σήμερα, φτάσαμε σε σημείο όλοι να λέμε ότι «δουλεύουμε» και όχι ότι «εργαζόμαστε», υποκύπτοντας στην εύκολη λύση της θεωρίας Χ. Αυτή η απλή γλωσσολογική μετάβαση, κρύβει μέσα της πολλή περισσότερη δυστυχία από αυτή που μπορεί να διαφανεί από μια πρώτη ματιά. Γιατί φυσικά άλλο «δούλος» κι άλλο «εργαζόμενος»...

Το κατάντημα της πατρίδας σήμερα, οφείλεται ακριβώς και σ’  αυτή την μοιραία κατάληξη, σ’  αυτή την καταστροφή που έγινε σιγά -σιγά και με τις καλύτερες προθέσεις, δίνοντας χώρο σε μια ασύδοτη ελευθερία που τελικά μας σκλάβωσε όλους. Για να σπάσουν οι αλυσίδες που μας επέβαλε η ασυδοσία αυτή, φυσικά δεν χρειάζεται μια χούντα, φυσικά δεν χρειάζεται να επιβάλλει κάποιος «άνωθεν» τον ενδεδειγμένο τρόπο του φέρεσθαι.

Εναπόκειται απλά στον καθένα μας, αντί να «βάζει το κεφάλι κάτω» και να βλέπει τα αρνητικά, να κοιτάζει ψηλά,  να «θρώσκει άνω» όπως επιβάλλει και η ανθρώπινη ιδιότητα, και να πιστέψει ότι αυτό που κάνει, η καθημερινότητά του η απλή, βελτιώνει τη ζωή κάποιου άλλου. Τα χρήματα που πληρώνει το κράτος τους δημοσίους υπαλλήλους είναι λίγα. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι όμως και αδιανόητο, για το λόγο αυτό, να αρνούμαστε να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας, από το πόστο στο οποίο ταχθήκαμε και το οποίο πολλοί, με τις συνθήκες που επικρατούν, θα επιθυμούσαν.

Πρέπει σιγά -σιγά να αδειάσουμε το γραφείο μας από χρονίζουσες υποθέσεις, πρέπει να βλέπουμε τον καθέναν που μπαίνει στο γραφείο ως εν δυνάμει φίλο και όχι ως επίπονο φορτίο που πρέπει να ξεφορτωθούμε. Κανείς δεν θα το επικροτήσει, κανείς δεν θα μας πει μπράβο, γιατί αυτό είναι το αυτονόητο. Όμως αυτό θα κάνει εμάς τους ίδιους να νιώσουμε καλύτερα, να εκτιμήσουμε το έργο μας. Κι όταν εμείς αισθανθούμε καλά γι’ αυτό που είμαστε, τότε και οι άλλοι θα το αναγνωρίσουν, τότε κάτι θα προχωρήσει....