Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για τον ποιητή Γιάννη Φιλιππάκη

Ο Γιάννης Φιλιππάκης γεννήθηκε στην Χερσόνησο Ηράκλειου Κρήτης. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. ΝΗΝΕΜΙΑ-ΑΣΤΕΡΟΓΡΑΜΜΑ-ΑΘΡΥΜΜΑΤΙΣΤΟΙ ΚΟΣΜΟΙ (εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ). Είναι μέλος του Δ.Σ. της Π.Ε.Λ (ειδικός γραμματέας). Ποιήματα του έχουν βραβευτεί σε ελληνικούς και παγκόσμιους διαγωνισμούς.841

1) «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΣΥΜΠΑΝ», δεύτερο βραβείο στον 6ο Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, 2017

2) «ΜΟΥΣΕΙΟ ΨΥΧΗΣ», σε μετάφραση, (Βραβείο και Μετάλλιο στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης ΝΟSSIDE XXXΙΙ, Ιταλία, 2016-συμμετείχαν 99 χώρες-)

3) «ΦΤΑΝΕΙ ΤΟ ΑΙΜΑ»( Έπαινος διάκρισης στον Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό των Δελφών,2016)

4) «ΣΤΙΣ 361 ΜΟΙΡΕΣ», (Έπαινος στον Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών Π.Ε.Λ., 2016).

5) «ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ», (1ο Βραβείο στον 7ο Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, 2018)

6) «ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ» σε μετάφραση, (Βράβευση ειδικής μνείας στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό NOSSIDE XXXΙΙΙ Ιταλίας 2018-συμμετείχαν 98 χώρες-)

Υπήρξε Κριτής στον Ποιητικό Διαγωνισμό των Δελφών, επιτροπή Αθηνών 2017. Επίσης διατέλεσε Προέδρος και Κριτής του πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης, Διηγήματος, νουβέλας, θεατρικού που προκήρυξε η Π.Ε.Λ το 2018.


ΔΡΟΣΟΝΥΧΤΙΑ

Αμφίβιες ώρες,

δροσονυχτιά κι' απόψε.

Αστέρια φρουροί της φεγγαρόχρωμης

μελαγχολίας.

Τσίτσιδη η αλήθεια,

έτοιμη για τις ράχες του ονείρου,

ολόλευκη ανεμίζει την χαίτη.

Σβήνουν τα φανάρια στο σταυροδρόμι,

ξεραμένα τα δάκρυα του μικρού υαλοκαθαριστή,

άδειο το αυριανό πιάτο

της υποταγής.

Και όλο να τρίβει το λυχνάρι ο ποιητής,

μα πουθενά ο τρίευχος γίγαντας,

μόνο κάτι των λέξεων λαγωνικά

να ιχνηλατούν το αύριο.

Ήχοι αμονιών σφυρηλατούν αγάπης όνειρα,

αναριγεί στον πυρετό

της καρδιάς το σεντόνι.

Μόνο ο Πήγασος στα σύννεφα των σκλαβωμένων

ορθώνεται.

Ατρύγητοι αμπελώνες, ερχόμαστε αύριο !

με δέρμα καλοκαιριού, σκαλιστά όνειρα,

χείλη δαγκωμένα .

- Άρχισε να χαράζει,

άγγελος δικαιοσύνης χαρμόσυνα βάφει

τον τρούλο για την λειτουργεία

της επανάστασης.

Κι 'εσείς  χτιστάδες ενωθείτε,

λείπουν τα γεφύρια

για των Ανθρώπων την Ένωση...

 

ΕΡΩΤΑ, ΓΡΑΨΕ

 Τριαντάφυλλου αφή

στ' ακροδάχτυλα της σκέψης φορώ,

την σάρκα σου ν' αγγίξω.

Του γιασεμιού την ανάσα

δανείζομαι απ' το στόμα σου,

άγριας μέντας φυλλομέτρημα,

ουρανίσκου ευδαιμονία,

στο γλυκοκέρασο του φιλιού σου

ολόγραμμα.

Πώς αλλιώς,

στο εκμαγείο του νου αφού πλάστηκες,

με Βαβυλώνιου ανθοκόμου σχέδιο,

παραδεισένιου κήπου αντιγραφή.

Είναι κι αυτός ο μύθος

που δέρας σ' έχρισε,

καθώς την Ελένη ο Όμηρος.

Μα, πόθο σε βρήκα

στην γεωγραφία της γυναίκας

και κύκνο στου λαιμού το πεδίο.

Άναψε φωτιές τ' αη- Γιαννιού,

θεόρατες,

να καώ στ' ουρανού σου τους λόφους.

Κι' ύστερα,

μέσα σου να σβηστώ, βάφτισε με ξανά,

στης πίστης σου τ' όνομα.

Ναι,

“έρωτα” γράψε με

στο ανθρώπινο ληξιαρχείο,

λίγο πριν,

τ' όνειρο παραδώσει την σκυτάλη

στην μέρα.