Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

ev media-logo

"Κάποιοι που δουλεύουν ακόμη". Το άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Ήρθαν και πάλι οι Απόκριες λοιπόν… Τώρα, ποιος από μας έχει τη διάθεση να τις γιορτάσει είναι ένα ζήτημα. Τελικά, ίσως μόνο τα παιδιά είναι αυτά που μένουν αλώβητα από κρίσεις, εφορίες και τράπεζες. Η λέξη αλώβητα βέβαια είναι μεγάλη κουβέντα, καθώς κι αυτά βιώνουν τη δυσθυμία και τα νεύρα των γονέων τους, τα άγχη τους και τα προβλήματά τους τα οποία από οικονομικά μεταλλάσσονται σε κοινωνικά και τέλος σε προσωπικά.

daskaloi-paidia-sxoleio

Μέσα σ’ αυτή την ανασφάλεια, την αγωνία και τη μαυρίλα εντούτοις, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που φαίνεται ότι κρατάνε γερή «άμυνα», άνθρωποι που κάνουν τα πάντα και δίνουν τον εαυτό τους αναλωνόμενοι καθημερινά στην προσφορά, χωρίς καν να έχουν την απαίτηση να τους το αναγνωρίσει κανείς.

Ο λόγος για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, τους δασκάλους και τις δασκάλες των παιδιών μας, που βρίσκουν τρόπους να τα στηρίζουν με κάθε τρόπο, σε καθημερινή βάση, βγάζοντας από τις ψυχές τους με το βελόνι, την πίκρα που η καθημερινότητα τούς συσσωρεύει με το τσουβάλι.

Θα πει ίσως κάποιος, ότι όντας εκπαιδευτικός ο ίδιος, «ευλογάω τα γένια» μου. Δεν είναι όμως έτσι… Η καθημερινή προσπάθεια που καταβάλουν αυτοί οι άνθρωποι στο πεδίο της μάχιμης εκπαίδευσης είναι τουλάχιστον συγκινητική.

Λόγω ιδιότητας, βρίσκομαι καθημερινά σε επαφή με εκπαιδευτικούς που παρά την δραματική μείωση του μισθού τους, παρά τα μεγάλα τους οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα, εξακολουθούν να προσφέρουν αγόγγυστα και με μεράκι το τόσο απαραίτητο έργο τους.

Αφορμή γι’ αυτή την αναφορά, ήταν ένα μάθημα ζωής που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα στο Πρώτο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί κάποιες δασκάλες και εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων, οι οποίες –ειρήσθω εν παρόδω– ζήτησαν αιδημόνως να μην αναφερθεί το όνομά τους, αποφάσισαν να κάνουν το μάθημά τους σε συνεργασία με το Ειδικό Σχολείο.

Επρόκειτο για ένα «διαθεματικό πρότζεκτ», όπως το ονομάζουν οι ειδικοί, που περιλάμβανε παραμύθια, τραγούδια, χειροτεχνίες και χορό και είχε θέμα την Άνοιξη και τον Μάρτιο. Ήταν χάρμα οφθαλμών να βλέπει κανείς το επίπεδο συνεργασίας που αναπτύχθηκε ανάμεσα στα παιδάκια, την αποδοχή με την οποία λειτούργησαν απέναντι στη διαφορετικότητα και γενικά το πόσο ομαλά εξελίχθηκαν όλα.

Για τους γονείς των παιδιών και των δύο σχολείων, όλη αυτή η διαδικασία δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια συνηθισμένη «μέρα στο σχολείο». Στις ψυχές των βλασταριών τους όμως, ενσταλάχθηκε τόση αγάπη, τόσος αλληλοσεβασμός και τόση ανεκτικότητα, με λίγα λόγια κέρδισαν τόσους πόντους σε ανθρωπισμό, όσους ελάχιστες οικογένειες θα μπορούσαν υπό τις παρούσες συνθήκες να προσφέρουν στα παιδιά τους.

Και δεν είναι φυσικά μόνο αυτό το σχολείο. Σε όλα τα σχολεία της πόλης υπάρχει ένας οργασμός αθόρυβης εργασίας και ψυχολογικής υποστήριξης, την οποία πρέπει να επισημάνει κανείς, αν θέλει να την αναγνωρίσει.

Από την άλλη, οι δασκάλες στα χωριά, νεαρές κοπέλες κάτω από 28 χρόνων στην πλειοψηφία τους, στερούνται τις ανέσεις που προσφέρει η ζωή στην πόλη, ζουν σε ρυθμούς της δεκαετίας του 1950 σε λασπωμένα στενοσόκακα και, με μόνα εργαλεία τον μαυροπίνακα και την κιμωλία, προσπαθούν να ταξιδέψουν τα όνειρα των μαθητών τους σε σκοροφαγωμένους και πολυκαιρισμένους χάρτες, προσπαθώντας οι ίδιες να τα βγάλουν πέρα με 600 ευρώ.

Όλος αυτός ο αγώνας, όλη αυτή η υπερπροσπάθεια δεν πρέπει να πάει χαμένη. Έστω και υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει η Πολιτεία να κάνει το ελάχιστο χρέος της και να διατηρήσει σε λειτουργία, με κάθε κόστος, τα σχολεία που απευθύνονται σε άτομα με αναπηρίες και ειδικές ανάγκες. Πρέπει η μόρφωση να παρέχεται σε όλους , καθώς μαζί με την Υγεία αποτελούν τους σημαντικότερους πυλώνες των πολιτισμένων και προοδευμένων κοινωνιών. Ο πολιτισμός μας εξαρτάται ακριβώς από το επίπεδο ανοχής που έχουμε απέναντι στη διαφορετικότητα και την ιδιαιτερότητα.

Ο «Καιάδας», στον οποίο κάποτε οι Σπαρτιάτες έριχναν τους αδύναμους και τους αταίριαστους, δεν είναι κάτι που περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στις κοινωνίες που τον αποδέχονται, ούτε τότε, αλλά -πολύ περισσότερο- ούτε και σήμερα.