Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo

«Πνεύματα αντιλογίας». Το νέο άρθρο της Ευτυχίας Παπούλια, όπως δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση

«Η βία είναι το τελευταίο επιχείρημα των αποτυχημένων»Ι. Ασίμωφ, Ρώσος συγγραφέας

Αυτές τις ημέρες, από τις 27 Δεκεμβρίου έως και τις 4 Ιανουαρίου, βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη 1300 φοιτητές από 72 χώρες, για τη διεξαγωγή του 36ου Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Αντιλογίας. Οι αγώνες Αντιλογίας, το γνωστό μας debate, είναι το σημαντικότερο φοιτητικό πνευματικό αγώνισμα διεθνώς και σκοπό έχει να αναδείξει την ανάγκη να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας με επιχειρήματα, με βάση τη λογική και όχι το συναίσθημα. Το πρώτο παγκόσμιο πρωτάθλημα έγινε το 1981 στη Γλασκόβη της Σκωτίας, ενώ το 1998 διοργανώθηκε στην Αθήνα.

684

Αν και στη δεκαετία του 2000 οι αγώνες αντιλογίας άρχισαν να αναπτύσσουν μια έντονη δυναμική μέσα στο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα, σήμερα περιορίζονται μεταξύ των ιδιωτικών σχολείων. Οι τελευταίοι πραγματοποιήθηκαν το 2012 και από τότε η τέχνη της ρητορικής σταμάτησε να διδάσκεται στα δημόσια σχολεία. Η κατάργηση του πρωταθλήματος στα δημόσια σχολεία έγινε ακριβώς τη στιγμή που το πανεπιστημιακό debate έπαιρνε τα πάνω του και απογειωνόταν διεθνώς, επισημαίνει η Διευθύντρια του παγκόσμιου φοιτητικού πρωταθλήματος Debate 2016. Και ένας από τους στόχους που έχει αναλάβει η Ρητορική Εταιρία Ελλάδος είναι η επαναφορά του debate στα σχολεία.

Επειδή στο debate η υπεράσπιση των απόψεων πρέπει να γίνεται με επιχειρήματα που απευθύνονται στη λογική και την κρίση, είναι αυτό που καθιστά τον λόγο υποτονικό σε αντίθεση με τον πολιτικό λόγο που οι πολιτικοί τον φορτίζουν με συναίσθημα κι έτσι ασκούν εντονότερη επιρροή στο ακροατήριό τους. Μια από τις βασικές αιτίες των προβλημάτων μας είναι ότι ο κόσμος δεν έχει μάθει να ακούει και να αξιολογεί τα επιχειρήματα. Ο ελληνικός λαός θέλει περισσότερο να εντυπωσιαστεί από τους αγορητές στο βήμα παρά να ενημερωθεί. Τα κρετσέντο των ομιλητών, οι κατά πρόσωπο επιθέσεις, οι χειρονομίες, τα ειρωνικά σχόλια, ο ευτελισμός των αντιπάλων και η επιβράβευση της συμπεριφοράς αυτής με χειροκροτήματα, είναι η απόδειξη για την έκπτωση του ορθού πολιτικού λόγου.

Το debate επειδή ακριβώς δεν παρέχει τη δυνατότητα στον ομιλητή να φορτώσει το λόγο του με συναίσθημα, το αποφεύγουν μανιωδώς οι πολιτικοί. Σήμερα στην Ελλάδα η έκπτωση του ορθού πολιτικού λόγου και η αναγωγή του σε δημαγωγία έχει διαβρώσει και τα αντανακλαστικά των πολιτών, οι οποίοι αντιδρούν με τρόπο ανήθικο και απολίτιστο στην αμετροέπεια και εξαπάτησή τους, με σκηνικά όπως προπηλακισμοί, μουντζώματα, γιαουρτώματα, έτσι που ο φαύλος κύκλος πολιτικών και πολιτών διαιωνίζεται σε αυτό το ευτελές επίπεδο.

Το γεγονός πως σήμερα μια κυβέρνηση που έχει εξαπατήσει τόσο απροκάλυπτα τους πολίτες εξακολουθεί να είναι ανεκτή κυρίως από αυτούς που εξαπατήθηκαν, τα χαμηλά δηλαδή στρώματα, είναι ακριβώς γιατί αυτή η κυβέρνηση διαθέτει το αδιαμφισβήτητο προνόμιο να χαλιναγωγεί το ευάλωτο συναίσθημα των ψηφοφόρων της και να παραλύει την κρίση. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η λογική και η κρίση είναι χαρακτηριστικό της συντηρητικής τάξης της λεγόμενης Δεξιάς και το συναίσθημα χαρακτηρίζει περισσότερο συμπεριφορές της λεγόμενης Αριστεράς.

Η προσωπολατρία απέναντι στον Πρωθυπουργό, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στο παραλήρημα της νοικοκυράς των Δυτικών συνοικιών της Αττικής, είναι μια θλιβερή ένδειξη πως ορισμένα κοινωνικά στρώματα διαθέτουν ακόμη τεράστιο απόθεμα ανοχής στην εξαπάτηση και τη δημαγωγία, κοινώς πολύ χώρο ακόμη στο στομάχι για το χόρτο που τρώνε τα πρόβατα.

Ας ελπίσουμε πως η προσπάθεια της Ρητορικής Εταιρίας Ελλάδας να επαναφέρει τη ρητορική τέχνη στη χώρα που γέννησε τους μεγαλύτερους ρήτορες, την Ελλάδα, θα έχει αποτέλεσμα. Έτσι για να μπορέσουμε κάποτε, πολίτες και πολιτικοί, να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας με τη λογική κι όχι το συναίσθημα, να αποφεύγουμε τις παρεξηγήσεις και τις παρανοήσεις και να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον.

Αρκεί μια «βόλτα» μόνο στα διάφορα ειδησεογραφικά blogs, μια ώρα μπροστά στο κανάλι της Βουλής, ένας καφές σε κάποιο καφενείο για να δείτε πως οι περισσότεροι άνθρωποι όχι μόνο δεν ξέρουν να διαφωνούν ή να σέβονται, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο: αυτοί οι άνθρωποι, απολαμβάνουν κάποια εξουσία, ή το θαυμασμό των πολλών.

Εγώ λοιπόν, γιατί να περιμένω κάτι από αυτούς;