Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ev media-logo


Περί Μακεδονίας, ημών και άλλων. Ο Διονύσης Παρούτσας αναλύει διεξοδικά το «Μακεδονικό» | Άρθρο από την έντυπη έκδοση

Από τώρα και μέχρι να αποσαφηνιστεί εάν τα Σκόπια θα ονομαστούν οριστικά ή όχι Μακεδονία με γεωγραφικό ή άλλο προσδιορισμό, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο κρατίδιο αυτό των βόρειων συνόρων μας οι τηλεμαχίες, οι αντιδικίες, οι πορείες και οι οξύνσεις θα απογειωθούν. Όλοι μας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα αναγκαστούμε να πάρουμε θέση και όπως είναι φυσικό, το συναίσθημα, ο πατριωτισμός και οι εθνικιστικές κορώνες θα χτυπήσουν κόκκινο.786

Όμως ο καλύτερος τρόπος για να συμμετάσχει κανείς σε μια συζήτηση είναι να έχει επίγνωση των διακυβευομένων αλλά και του ιστορικού υπόβαθρου, αφού καλώς ή κακώς αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο εκτυλίσσεται η συγκεκριμένη υπόθεση.

Το σημερινό κείμενο είναι τεράστιο και μια συγνώμη είναι απαραίτητη για αυτό. Εντούτοις, επειδή εδώ είναι Βαλκάνια και όχι Αμερική, δυστυχώς, η ιστορία πάει πίσω κάποιες χιλιάδες χρόνια. Έτσι πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κι όταν λέμε αρχή εννοούμε πολύ-πολύ αρχή, δηλαδή από το ξεκίνημα της Ιστορίας και την πρώτη γραπτή καταγραφή των πληθυσμών που ζουν στην περιοχή και να εξετάσουμε κατά πόσον αυτή δικαιωματικά τη διεκδικούμε ως Έλληνες ή όχι. 

Αναδιφώντας στις πρώτες καταγραφές διαπιστώνουμε ότι όντως οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες και μάλιστα Δωριείς. Ήδη το 480 π.Χ, ο βασιλιάς Αλέξανδρος ο Πρώτος (όχι ο Μέγας) ζήτησε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στους οποίους μόνο Έλληνες μπορούσαν να συμμετέχουν. Και Έλληνες ήταν όσοι μπορούσαν να αποδείξουν ότι η γενιά τους κατάγονταν από τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνα, όσοι μιλούσαν Ελληνικά και όσοι πίστευαν στο δωδεκάθεο και όλες του τις θρησκευτικές εορτές και τελετές.

Οι αντίπαλοι αθλητές θέλησαν να τον αποκλείσουν ως "βάρβαρο", για λόγους μείωσης του ανταγωνισμού, αλλά οι Ελλανοδίκες τον έκαναν δεκτό αφού απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας την ελληνικότητα της καταγωγής του. Την εποχή εκείνη η Μακεδονία καταλάμβανε λίγο-πολύ το χώρο που έχει και η σημερινή ελληνική γεωγραφική περιοχή.

Καθώς περνούσαν όμως οι αιώνες, τα σύνορα της χώρας αυτής διευρύνθηκαν. Έτσι ήδη από την ρωμαϊκή εποχή, ως Μακεδονία θεωρούνταν η μισή σημερινή Αλβανία, τα σημερινά Σκόπια και ένα κομμάτι της Βουλγαρίας. Αυτή η έννοια της Μακεδονίας διατηρήθηκε και στα χρόνια του Βυζαντίου και αργότερα στην Τουρκοκρατία. Όμως τότε δεν υπήρχε διοικητικό διαμέρισμα με αυτό το όνομα και οι περισσότεροι αναφέρονταν κυρίως σε περιοχές μικρότερης κλίμακας (όπως «Κοζάνη», «Βέροια» κ.ο.κ.), εντός των ορίων των οποίων περνούσαν ολόκληρη τη ζωή τους.

Συνεπώς, η ιστορική αλήθεια είναι πως ήδη την εποχή που γεννήθηκε ο Χριστός η Μακεδονία δεν εκτείνονταν ΜΟΝΟ στην σημερινή ελληνική επικράτεια αλλά περιλάμβανε και εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας, των Σκοπίων και της αρχαίας Ιλλυρίας δηλαδή της σημερινής Αλβανίας. Αντικειμενικά δηλαδή και με όρους μόνο γεωγραφικούς (χωρίς να υπάρχει καμία πρόθεση εθνικής περιχάραξης) η περιοχή χωρίζεται σε τρία κομμάτια: Το ελληνικό κομμάτι ή διαμέρισμα της Μακεδονίας που κάποιοι ξένοι το λένε και «Ελληνική Μακεδονία» ή «Μακεδονία του Αιγαίου», η ΠΓΔΜ που λέγεται και «Μακεδονία του Βαρδάρη» ή «Νότια Σερβία», και το βουλγαρικό κομμάτι που το αποκαλούν «Μακεδονία του Πίριν». Ακόμα και ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του, αυτόν τον προσδιορισμό ακολούθησε χοντρικά.

Το μεγάλο μπάχαλο, όμως, άρχισε όταν κατέρρευσε η Οθωμανική αυτοκρατορία. Όπως ήταν φυσικό όλοι ήθελαν ένα κομμάτι αυτής της περιοχής, τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι, πόσο μάλλον όταν οι πληθυσμοί που ζούσαν σε αυτήν ήταν και σερβόφωνοι και βουλγαρόφωνοι και ελληνόφωνοι. Και για να γίνουν τα πράγματα πιο μπερδεμένα υπήρχαν σλαβόφωνοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες(!), ελληνόφωνοι που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Βούλγαρους και πάει λέγοντας.

Μετά το 1870, οι Έλληνες και οι Βούλγαροι άρχισαν να ανταγωνίζονται στη Μακεδονία στο εκκλησιαστικό, το εκπαιδευτικό και το οικονομικό πεδίο. Οι δύο εθνότητες προσπαθούσαν να υπερισχύσουν η μία εις βάρος της άλλης, χτίζοντας σχολεία και εκκλησίες, διορίζοντας δασκάλους και καθηγητές, ιδρύοντας φιλεκπαιδευτικούς ομίλους. Ο ανταγωνισμός επικεντρώθηκε κυρίως στην προσπάθεια διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης στις σλαβόφωνες μάζες που κατοικούσαν στην κεντρική ζώνη της Μακεδονίας. Η θέση των Βουλγάρων ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (ανώτατης εκκλησιαστικής αρχής, ανεξάρτητης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως). Μετά το 1897 ο ελληνο-βουλγαρικός ανταγωνισμός πέρασε σε νέα φάση, καθώς άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στη Μακεδονία βουλγαρικά ένοπλα σώματα (κομιτατζήδες), τα οποία πίεζαν τους χριστιανούς να προσχωρήσουν στην Εξαρχία και να στέλνουν τα παιδιά τους σε βουλγαρικά σχολεία.

Η προπαγάνδα αυτή της βίας έφερε αποτελέσματα, καθώς μεγάλο μέρος των σλαβόφωνων της Μακεδονίας είχε αρχίσει να ακολουθεί τους Βούλγαρους. Αυτό οδήγησε τον Ελληνισμό σε γενική κινητοποίηση. Από το 1904 ως το 1908 ένοπλα εθελοντικά σώματα από την Ελλάδα και την Κρήτη έφτασαν στη Μακεδονία, όπου, μαζί με τους ντόπιους, συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα καταφέρνοντας να αναχαιτίσουν τη δραστηριότητα των Βουλγάρων. Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές τα ελληνικά σώματα αποτελούνταν και από σλαβόφωνους αντάρτες, τους οποίους οι Βούλγαροι αποκαλούσαν «γραικομάνους».

Πόλεμοι επί πολέμων συνεχίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, ποταμοί αίματος χύθηκαν, συμμαχίες και λυκοσυμμαχίες συνήφθησαν με αποτέλεσμα την Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) που ήταν το επισφράγισμα των δύο Βαλκανικών πολέμων, όπου στην Ελλάδα παραχωρήθηκε η μισή Μακεδονία, ένα μεγάλο κομμάτι (38%) πήρε η Σερβία και το υπόλοιπο η Βουλγαρία.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Κων/νο Τσώπρο που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, "Η Ελλάδα σεβάστηκε τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και ποτέ δεν διεκδίκησε ούτε θεωρητικά την Στρώμνιτσα ή το Μελένικο με συμπάγεια τότε ελληνικού πληθυσμού που απελευθερώθηκε από τον προελάσοντα νικηφόρο ελληνικό στρατό τον Ιούνιο του 1913 και παρέμεινε ελληνικό (υπό ελληνικήν στρατιωτικήν κατοχήν) για δύο περίπου μήνες, κατακυρώθηκε στην Βουλγαρία, οπότε ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης μετανάστευσε σε ελληνικό έδαφος και εγκαταστάθηκε στο Σιδηρόκαστρο, Σέρρες και Θεσσαλονίκη".

Το Μακεδονικό απασχόλησε και την Β' Κομμουνιστική Διεθνή, η οποία υποστήριξε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους. Όμως, με την ανταλλαγή πληθυσμών το ελληνικό στοιχείο ενδυναμώθηκε σημαντικά στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας με την άφιξη Μικρασιατών προσφύγων και την απομάκρυνση των μουσουλμάνων. Η πολιτική ενσωμάτωσης συνεχίστηκε από το Ελληνικό κράτος, με σκοπό τον πλήρη γλωσσικό εξελληνισμό του σλαβόφωνου στοιχείου, με καταστολή χρήσης των σλαβικών γλωσσών και διαλέκτων στην Ελληνική επικράτεια, κάτι που σε γενικές γραμμές επιτεύχθηκε. 

Παρόλα αυτά το πρόβλημα συνέχισε να απασχολεί τη Β' Διεθνή και αργότερα και την Γ' Διεθνή, με σκοπό την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, θέση η οποία το 1924 υιοθετήθηκε επίσημα και από το ΚΚΕ.

Όταν ο Τίτο ανέλαβε την εξουσία στην Γιουγκοσλαβία, με τις απίστευτες διοικητικές ικανότητες που είχε, κατάλαβε ότι οι Σλαβομακεδόνες που υπέφεραν από πλήρη έλλειψη δικαιωμάτων θα μπορούσαν να είναι πολύτιμοι σύμμαχοι του. Έτσι αναγνώρισε πλήρως το "Μακεδονικό έθνος", και ως εκ τούτου συμπεριέλαβε ως ισότιμο ομόσπονδο κράτος μέλος, την "Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας", με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας όλα τα πρώην ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν άρχισαν ένα - ένα να κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους. Έτσι στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991, κήρυξε την ανεξαρτησία της και το κράτος της ΠΓΔΜ ως "Δημοκρατία της Μακεδονίας".

Εδώ σταματάει το μάθημα ιστορίας και αρχίζει η πολιτική. Ή για να το πούμε καλύτερα εδώ αρχίζει η δική μας ευθύνη να συνεχίσουμε αυτή την χιλιόχρονη γραμμή που ενώνει το χθες με το σήμερα και να παραδώσουμε στους επιγόνους μας μια λύση σωστή, ανθρωπιστική, χωρίς πόνο και αίμα, ώστε να μας καταγράψει κι εμάς η Ιστορία στις σελίδες της και κάποιος άλλος, μετά από εκατό, διακόσια ή χίλια χρόνια σε ένα άλλο άρθρο να εντοπίσει τα ψήγματα της ανθρώπινης παρουσίας στον τόπο αυτόν.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι όσο υπήρχε η πρώην Γιουγκοσλαβία, άνθρωποι και προϊόντα εξ Ελλάδος, που μπαινόβγαιναν στα σύνορα, έφεραν σφραγίδα με το συνθετικό «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία Μακεδονίας». Όμως τότε κανείς δεν διαμαρτύρονταν. Θυμάμαι μόνο κάποια δημοσιεύματα στο "Ποντίκι", μια εκπληκτική εφημερίδα που εκδίδονταν  γύρω στα 1985, αλλά τίποτε παραπάνω. Το κάναμε γαργάρα.

Ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ως πρωθυπουργός, φαίνεται πως τα είχε βρει με τον Κίρο Γκλιγκόροφ. Όμως ο Αντώνης Σαμαράς, που (και) με τη δική του υπογραφή είχε αποσχιστεί και αυτονομηθεί η εν λόγω περιοχή, παρέσυρε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και έτσι ενώ εκείνος έστησε την πολιτική του καριέρα, η χώρα έχασε κάθε ίχνος σοβαρότητας και αξιοπιστίας.

Σήμερα, στα Βαλκάνια έχουμε έναν αχταρμά κρατιδίων που δεν μπορούν να σταθούν από μόνα τους, λόγω ανεπάρκειας πόρων αλλά και εθνικών συγκρούσεων. Δεν τους φτάνει δηλαδή που είναι φτωχά, οι πληθυσμοί που ζουν σ' αυτά δε χωνεύονται καθόλου μεταξύ τους. Τι πρέπει  λοιπόν να κάνει η Ελλάδα; Να βάζει προσκόμματα και να δημιουργεί ρήγματα; Ή να βοηθήσει να ηρεμήσουν, να αναπτυχθούν και να τους δείξει τον τρόπο πώς να συμβιώνουν;

Δεν αρκεί να το παίζουμε "σταθεροποιητικός παράγων" μόνο στη Μέση Ανατολή. Έχουμε και τη γειτονιά μας και μας συμφέρει να προσβλέπουν σε μας ως νησίδα σταθερότητας, που επιδιώκει την κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα των γειτονικών χωρών. Μήπως αυτό δεν ήταν και το όραμα του Ρήγα Φεραίου;

Κανένας από τους ξένους δεν μας καταλαβαίνει στο ζήτημα αυτό… Σου λένε, "αφού παλιότερα τους είχατε αναγνωρίσει ακριβώς ως δημοκρατία της Μακεδονίας, τι σας πειράζει τώρα";

Αν πάει κάποιος στα Σκόπια δεν θα δει αγάλματα ΜΟΝΟ του Μεγάλου Αλεξάνδρου όπως νομίζουμε. Υπάρχουν και του Ιουστινιανού, του Κύριλλου και του Μεθόδιου, του Αγίου Κωνσταντίνου, της Μητέρας Τερέζας, βούλγαρων τσάρων, αμέτρητων «δασκάλων του γένους» και πάει λέγοντας. Τι σημαίνει αυτό; Μα απλά ότι αποκτούν ταυτότητα από το χώρο στον οποίον ζουν και θέλουν να τον κληρονομήσουν ως κάτοικοί του, όχι εθνολογικά αλλά ως γεωγραφική περιοχή.

Έτσι, ένα όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό, π.χ. "Ορεινή Μακεδονία", ή "Βόρεια Μακεδονία" ή "Νέα Μακεδονία" τους αφήνει ικανοποιημένους, έχει ενοποιητικά χαρακτηριστικά και μπορούν να αρχίσουν να ζουν σαν άνθρωποι. Αν μάλιστα είναι και στα σλάβικα ακόμα καλύτερα. Ούτως ή άλλως δεν μπορούν να ονομαστούν "Αλβανο-σλαβο-σερβο-μουσουλμανο-βουλγαρία", που θα ήταν ο σωστός εθνικός τους προσδιορισμός! Ένα όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό δεν είναι δυνατόν να λάβει αλυτρωτικό χαρακτήρα, εκτός πια κι αν όλοι οι κάτοικοι της "ευρύτερης Μακεδονίας", ελληνικής, βουλγάρικης, αλβανικής, σέρβικης και σκοπιανής τρελαθούν ξαφνικά και αποφασίσουν να ενοποιηθούν και να πουν ότι αποτελούν ξεχωριστό μακεδονικό έθνος!

Με λίγα λόγια, στον διάλογο και την ένταση που θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες, ας μην είμαστε μονοκόμματοι. Ας προσπαθήσουμε να μην παρασυρθούμε από τις κομματικές κραυγές που το μόνο που θέλουν να κάνουν είναι να στηρίξουν το δικό τους συμφέρον. Ακόμα και η εκκλησία θα μπει στο παιχνίδι, ας θυμηθούμε ότι οι Βούλγαροι έχουν "Εξαρχία" στην Κωνσταντινούπολη που αντιτίθεται στον Πατριάρχη. Εδώ πια κι αν ακουστούν κορώνες για τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη!

Φυσικά, αν το θέμα το λύσει ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης θα χάσει ψήφους. Αν υπάρχει το όνομα Μακεδονία στη λύση, ο Καμένος θα φανεί ανακόλουθος, αφού τόσα χρόνια είχε επενδύσει στον στείρο εθνικισμό. Αν το ΚΚΕ το δεχθεί, θα φανεί ότι μένει αγκυλωμένο στις αποφάσεις της Β΄ Διεθνούς! Αν το ζήτημα λυθεί, η Χρυσή Αυγή θα ξεδοντιαστεί. Αν η Γεννηματά δεν φωνάξει, τότε θα εξαφανιστεί από τους αντιπάλους της, εσωτερικούς και εξωτερικούς.

Τι μας νοιάζει όμως εμάς για όλους αυτούς; Μήπως ο Τσίπρας δεν θα κριθεί στο τέλος της δεκαετίας από το σύνολο της πολιτικής του και από το πόσο ανακόλουθος φάνηκε στις άλλες του υποσχέσεις; Μήπως η Ν.Δ. δεν θα κερδίσει μόνο και μόνο γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου;

Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Ν.Δ. ούτε ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ΑΝΕΛ, ούτε τίποτα άλλο. Η Ελλάδα είναι διαχρονική, την Ελλάδα πρέπει να τη σέβονται και να την αγαπάνε οι γείτονές της και εκείνη πρέπει να δείξει την αξία της, όχι με το να τους εκμεταλλεύεται και να τους ποδηγετεί, εμμένοντας σε στείρες αρνήσεις, αλλά βοηθώντας τους και συνεργαζόμενη μαζί τους για το αμοιβαίο τους όφελος.

Αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε ηγέτιδας δύναμης στην Ιστορία και αυτό θα πρέπει να είναι το χαρακτηριστικό κάθε ηγέτη. Που χάθηκαν όμως οι πραγματικοί ηγέτες για να τους βρούμε εμείς σήμερα;