Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

ev media-logo


Η αναγκαιότητα της συνταγματικής αναθεώρησης. Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα, από την έντυπη έκδοση

Εν μέσω έντονων συζητήσεων μιας ταραχώδους για τα εθνικά μας θέματα περιόδου, (εξελίξεις στο Σκοπιανό, το Αλβανικό, το Κυπριακό και το Τουρκικό), εν μέσω επίσης μιας πυκνής σε οικονομικές εξελίξεις εποχής, η πολιτική ζωή του τόπου δείχνει σημάδια ανάνηψης σε βασικά ζωτικά της χαρακτηριστικά, κι αυτό –αν μη τι άλλο- είναι παρήγορο.798

Πραγματικά, μια κοσμογονία μεγάλων γεγονότων περιβάλλει την καθημερινότητά μας κι εμείς θεατές και "ιστορικά υποκείμενα", ζούμε τις ζωές μας τυρβάζοντας περί οικονομικής δυσπραγίας, προσωπικών απογοητεύσεων, αναδυόμενων ελπίδων, επερχόμενων Πάσχα και πάει λέγοντας. Σίγουρα η περίοδος αυτή θα προσφέρει στους ιστορικούς του μέλλοντας πολύ υλικό για μελέτη.

Κι ένα τμήμα αυτού του υλικού θα αφορά την αναθεώρηση του συντάγματος. Αλλά, αλήθεια, είναι άραγε τώρα ο κατάλληλος χρόνος να ασχοληθούμε με κάτι τέτοιο; Δεν θα μπορούσε να μετατεθεί για λίγο αργότερα; Δεν θα έπρεπε οι προσπάθειές μας να επικεντρώνονται στην έξοδο από την οικονομική κρίση και την διευθέτηση των ζητημάτων της εξωτερικής πολιτικής; Είναι ανάγκη να φορτωθούμε μια ακόμη έγνοια;

Αν σκεφτεί κανείς ότι το πρώτο σύνταγμα της χώρας ψηφίστηκε από την Α' Εθνοσυνέλευση στις 1 Ιανουαρίου 1822 στην Επίδαυρο, τότε θα δούμε ότι οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες δεν είναι λόγος που θα έπρεπε να επικαλείται κανείς για να αναβάλλει τη συζήτηση.

Το 1822 οι Έλληνες βίωναν έναν αγώνα ζωής ή θανάτου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κι όμως βρήκαν το χρόνο να φτιάξουν και να ψηφίσουν το σύνταγμά τους! Κι αυτό γιατί ο καταστατικός χάρτης μια χώρας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται το μέλλον της. Και πρέπει να πούμε ότι εκείνο το σύνταγμα (με τις βελτιώσεις του 1823, στο Άστρος), ήταν από τα πιο δημοκρατικά της εποχής του, καταργώντας έννοιες όπως η δουλεία, οι τίτλοι τιμής, ή οι ανισότητες απέναντι στο νόμο.

Όμως τα Συντάγματα δεν είναι νόμοι γραμμένοι σε πέτρα, ακατάλυτοι και θεόπεμπτοι. Αντίθετα πρέπει να μεταβάλλονται, ακολουθώντας τις κοινωνικές εξελίξεις, ρυθμίζοντας τις νέες σχέσεις που προκύπτουν ανάμεσα στους πολίτες, εκσυγχρονιζόμενα και αναγεννώμενα. Υπό το πρίσμα αυτό το ελληνικό σύνταγμα έχει αναθεωρηθεί αρκετές φορές, ελάχιστες από τις οποίες ήταν προς μια χειρότερη κατεύθυνση. Οι περισσότερες αναθεωρήσεις υπήρξαν λειτουργικές, προς όφελος του λαού και ήταν ιστορικά επίκαιρες.

Συνολικά έχουν γίνει μόνο έξι ουσιαστικές μεταβολές, (το 1844 που ήρθε ο Όθωνας, το 1864 που έφυγε, το 1911, το 1926 μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το 1952 μετά τον Εμφύλιο και το 1975 μετά τη Δικτατορία του Παπαδόπουλου). Το σύνταγμα του 1911 μάλιστα ήταν επίσης από τα δημοκρατικότερα του κόσμου, καθώς έδινε το δικαίωμα ψήφου στο 90% των ανδρών, όταν στην Αγγλία για παράδειγμα, εκείνη την εποχή ψήφιζε μόνο το 10%! Τέλος, το σύνταγμα του 1975, που φέρει την θεσμική και πολιτική σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, είναι το μακροβιότερο.

Βέβαια, το 1986, το 2001 και το 2008, έγιναν κάποιες μικρές αναθεωρήσεις, όμως στην ουσία του παραμένει σε ισχύ από το 1975. Κι αυτό διότι μέσα στο ίδιο το σώμα του συντάγματος, υπάρχει το άρθρο 110, το οποίο προβλέπει ρητά τις διαδικασίες αναθεώρησής του, και του προσδίδουν έναν αυστηρό χαρακτήρα, ώστε να μην το αλλάζει ο καθένας κατά το δοκούν.

Όμως έχει έρθει πια το πλήρωμα του χρόνου για να γίνει μια ακόμη αναθεώρηση διότι έχουν εμφανιστεί κάποια σημεία "κόπωσης" του συντάγματος που έχουμε σήμερα. Ιδίως η αναθεώρηση του 1986, προκάλεσε ορισμένες σημαντικές "αστοχίες", καθώς αποψίλωσε τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και έδωσε απεριόριστα δικαιώματα στον Πρωθυπουργό, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις προβλέψεις του αρχικού συντάγματος του 1975. Ταυτόχρονα η οικονομική κρίση του 2009, έφερε πλήρη ανατροπή στο κοινωνικό κράτος δικαίου και αυτό χρειάζεται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Επίσης χρειάζεται αλλαγή του τρόπου επιλογής των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι σήμερα επιλέγονται από την κυβέρνηση. Δεν γίνεται να μπερδεύονται έτσι μεταξύ τους οι δύο εξουσίες και τα αποτελέσματα να είναι δραματικά για τη χώρα. Η επετηρίδα θα πρέπει να συντάσσεται με βάση την αρχαιότητα και να οριστικοποιείται από το ίδιο το δικαστικό σώμα, ώστε η επιλογή να γίνεται κατά θεσμική μόνο επίβλεψη, από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Τέλος, η Βουλή θα πρέπει να πάψει να έχει λόγο στις περιπτώσεις που αφορούν την ποινική δίωξη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών. Είδαμε το χάλι μας, με τα κατά καιρούς σκάνδαλα που απαιτούσαν σύσταση ειδικών δικαστηρίων, επιτροπών και πάει λέγοντας και πόσο αυτή η διαδικασία αποθράσυνε κάποιους πολιτικούς, βάζοντάς τους στο δικαστικό απυρόβλητο, λόγω της "βουλευτικής" λεγόμενης ασυλίας τους. 

Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης ίσως χρειαστεί να μιλήσουμε και για το αν θα πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να επιλέγεται απευθείας από τον λαό, για τον καθορισμό ενός σταθερού εκλογικού κύκλου (ακυρώνοντας την ανεκδιήγητη προκήρυξη εκλογών λόγω ζητήματος "εθνικής σημασίας" ή λόγω ατελέσφορης "προεδρικής εκλογής"), για τα μη κρατικά πανεπιστήμια,  για τον τρόπο επιλογής στελεχών των ανεξάρτητων αρχών αλλά και την χρηματοδότηση των κομμάτων.

Αναγκαστικά θα προκύψουν αντιθέσεις, διαφορετικές απόψεις, αντίρροπες προσεγγίσεις. Όταν όμως απώτερος στόχος είναι η διαλεκτική σύνθεση, όλα αυτά μπορούν να αποβούν ενισχυτικά για την ίδια τη δημοκρατία μας.

Όμως η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει ΤΩΡΑ. Διότι σύμφωνα με το άρθρο 110, αυτή η Βουλή αποφασίζει ΜΟΝΟ ποια άρθρα θα αλλάξει η επόμενη Βουλή, αν κι εκείνη το επιθυμεί! Δηλαδή δεν θα κάνει τις αλλαγές η Βουλή που έχουμε τώρα, αλλά η επόμενη. Συνεπώς, κάθε φορά απαιτείται ένα μίνιμουμ τεσσάρων χρόνων για να γίνει μια αναθεώρηση κι αν χαθεί τώρα η ευκαιρία, ή αν μας "κάτσουν" τίποτε πρόωρες εκλογές, το τρένο χάνεται για μια ακόμη φορά.

Κάτι τέτοιο πάθαμε και το 2012 και το 2014, κι ενώ όλοι συμφωνούσαν και τότε, όπως και τώρα, ότι οι αλλαγές είναι απαραίτητες, πήγαμε ήδη έξι-εφτά χρόνια πίσω.

Γι' αυτό το λόγο η κίνηση της Γεννηματά να ανακινήσει το ζήτημα είναι σημαντική. Όμως, επειδή το ξεκίνησε αυτή, δεν πρέπει οι άλλοι να στυλώσουν τα πόδια και να μείνουν άπρακτοι.

Τελικός κριτής όλων μας είναι η Ιστορία και τελικός αποδέκτης των πολιτικών πράξεων η ίδια η Ελλάδα και όσοι ζουν σε αυτή. Όσοι πολιτικοί δεν το αντιλαμβάνονται είναι καταδικασμένοι να καταγραφούν ως απλές υποσημειώσεις στα κατάστιχά της. Κι εμείς, τα "ιστορικά υποκείμενα", καταδικασμένοι να παρακολουθούμε ενεοί τον χρόνο να παρέρχεται ανεκμετάλλευτος ανεπιστρεπτί.