Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

ev media-logo


Παιδεία και Ανάπτυξη. Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει για το πώς η εκπαίδευση μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική πρόοδο (έντυπη)

Στα πλαίσια της εκπόνησης μιας επιστημονικής εργασίας που έκανα προ ετών με θέμα την Τεχνολογία, την Εκπαίδευση και την Οικονομία, έπεσα πάνω σε μια συγκλονιστική αποκάλυψη. Μια αποκάλυψη για την οποία όλοι έχουμε μιαν αντίληψη, είναι όμως άλλο πράγμα να διαισθάνεται κανείς κάτι και άλλο να το βλέπει επιστημονικά κατοχυρωμένο, μέσα από έρευνες και τη διεθνή βιβλιογραφία.

801

 

Εδώ και δέκα σχεδόν χρόνια, στην Ελλάδα, εκείνο που φαίνεται να είναι το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη. Μια ανάπτυξη που όλο έρχεται και ποτέ δε φτάνει, διότι ξεγλιστράει από τις χαραμάδες και τα παραθυράκια της διάτρητης νομοθεσίας και του ξεχαρβαλωμένου κράτους.

Εντούτοις, αντί να κυνηγάμε την ανάπτυξη καθ' εαυτή, καλό θα ήταν να εξετάζαμε λίγο τις προϋποθέσεις που θα την έκαναν εφικτή. Και μία από αυτές τις προϋποθέσεις, ιδιαίτερα σημαντική μάλιστα, δεν είναι άλλη από την Παιδεία και την Εκπαίδευση.

Ας δούμε, λοιπόν ορισμένες αλήθειες, όπως ξεπροβάλλουν από το ερευνητικό κείμενο:

Είναι γεγονός ότι η "γνώση", πέραν όλων των άλλων θετικών, έχει και κάποιες ειδικές οικονομικές ιδιότητες και διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα. Σε αντίθεση με τις διάφορες πρώτες ύλες που φέρνουν πλούτο (πετρέλαιο, μεταλλεύματα, ξυλεία κτλ.), η γνώση μπορεί να χρησιμοποιείται πολλές φορές χωρίς να μειώνεται η αξία της, και σε αντίθεση με τον εξοπλισμό μπορεί να χρησιμοποιείται από πολλούς ανθρώπους την ίδια στιγμή -με άλλα λόγια, αυτή είναι μη-ανταγωνιστική. Η γνώση μπορεί επίσης να μοιράζεται ευρέως με μικρό κόστος.

Αυτά τα στοιχεία της δίνουν τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ένας συντελεστής παραγωγικότητας με αυξάνουσες αντί για φθίνουσες αποδόσεις -με άλλα λόγια, οι πρόσθετες επενδύσεις στη δημιουργία γνώσης μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχή ανάπτυξη. Αναλύσεις μακροοικονομικών μελετών επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ των επενδύσεων σε εισροές γνώσης, όπως είναι η έρευνα, και την παραγωγή εκροών γνώσης, όπως είναι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και η οικονομική ανάπτυξη.

Η δημιουργία γνώσης και η καινοτομία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και από την καλά αναπτυγμένη οργάνωση των πληροφοριών. Η δύναμη αυτού του συνδυασμού αποδεικνύεται από τις 13 χώρες που προσδιόρισε η Επιτροπή για την Παγκόσμια Ανάπτυξη και οι οποίες έφτιαξαν συγκεκριμένες πολιτικές για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Αυτές οι χώρες, λοιπόν, κατόρθωσαν να έχουν μια μέση αύξηση της τάξης του 7% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) για 25 χρόνια ή και περισσότερο. Πρόκειται για χώρες όπως η Μποτσουάνα, η Βραζιλία, η Ινδονησία, η Δημοκρατία της Κορέας, η Σιγκαπούρη και η Ταϊλάνδη - κράτη που πριν από 35 χρόνια ήταν πάμφτωχα. Κάθε χώρα σε αυτή τη μελέτη κατέβαλλε σημαντικές προσπάθειες και πόρους για την σχολική εκπαίδευση των πολιτών της και την ενδυνάμωση του ανθρώπινου κεφαλαίου της.

Επίσης υπάρχουν και πολλές μακροοικονομικές και μικροικονομικές μελέτες που αποδεικνύουν ότι η εκπαίδευση εξασφαλίζει υψηλή απόδοση στην επένδυση. (Μικροοικονομικές μελέτες είναι εκείνες που επικεντρώνονται στα οφέλη από τις επενδύσεις στην εκπαίδευση σε ιδιώτες ενώ οι μακροοικονομικές μελέτες επικεντρώνονται στα αποτελέσματα για την οικονομία γενικότερα).

Τα μικροοικονομικά δεδομένα από 42 χώρες, λοιπόν, έδειξαν ότι ο μέσος ρυθμός απόδοσης για κάθε επιπλέον έτος φοίτησης ήταν μια αύξηση 9,7% σε προσωπικό εισόδημα!!!

Μια άλλη μακροοικονομική μελέτη διαπίστωσε ότι υπάρχει μια επιπρόσθετη αύξηση 0,44% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μιας χώρας για κάθε επιπλέον έτος επιτυχημένης εκπαίδευσης. Αυτό σημαίνει απόδοση στην επένδυση της τάξης του 7%, ενώ άλλες μελέτες έχουν δείξει αποδόσεις που φτάνουν μέχρι και 12%!

Εντούτοις δεν αρκεί να αυξήσει κανείς τα χρόνια των σπουδών για να πετύχει αναπτυξιακή πρόοδο. Το ίδιο σημαντική είναι και η "ποιότητα" της παρεχόμενης εκπαίδευσης, η οποία έχει μια ακόμη πιο ισχυρή σχέση με την ανάπτυξη από ότι η διάρκεια της σχολικής παρακολούθησης. Έχει αποδειχθεί, δηλαδή, ότι εάν οι μαθητές βελτιώσουν τους βαθμούς τους κατά μία τυπική απόκλιση, αυτό ισοδυναμεί με αύξηση 1% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ομοίως, οι Zagler και Zanzottera (2010) βρήκαν ότι μια αύξηση κατά 10% στις επιδόσεις των μαθητών σε διεθνείς διαγωνισμούς, έχει ως αποτέλεσμα ένα 1,5% υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην οικονομία μιας χώρας.

Ωστόσο, οι επενδύσεις στην οικονομική ανάπτυξη δεν εγγυώνται δίκαιη και ευρεία κοινωνική ανάπτυξη. Θα μπορούσαν απλώς να ωφελήσουν την ελίτ της χώρας και τους μακρινούς ιδιοκτήτες και τα στελέχη των πολυεθνικών εταιριών. Σαφώς, όπως επισημαίνει και μια έκθεση UNIDO, ο δρόμος είναι μακρύς. Αντιμέτωπες με έντονες παγκόσμιες ανταγωνιστικές πιέσεις, οι αναπτυσσόμενες χώρες μπορεί να προτιμήσουν να διαλέξουν τον εύκολο δρόμο και να προωθήσουν την ανάπτυξη είτε υποτιμώντας τις συναλλαγματικές τους ισοτιμίες, είτε αγνοώντας εργασιακούς ή περιβαλλοντικούς κανονισμούς, ή ακόμη και μειώνοντας τους μισθούς, μόνο και για πλουτίσουν λίγοι και να διαιωνίζονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Αλλά για εκείνους τους σύμβουλους πολιτικής που επιλέγουν τον δύσκολο δρόμο, η αναπτυξιακή πολιτική και τα προγράμματα μπορούν να χτίσουν την υποδομή, το ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς και τις γνώσεις που απαιτούνται για να τροφοδοτήσουν την οικονομική παραγωγικότητα, προωθώντας, ταυτόχρονα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ευημερία για όλους.

Όμως, όλα αυτά που υποστηρίζει ο παγκόσμιος οργανισμός, προϋποθέτουν τουλάχιστον να υπάρχουν "σύμβουλοι πολιτικής", ή έστω μια συγκεκριμένη "πολιτική"! Κάτι που, επί του παρόντος τουλάχιστον, στη χώρα μας, μοιάζει με όνειρο απατηλό!