Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για τον ποιητή Παναγιώτη Σελίμο

809

Ο ποιητής Παναγιώτης Σελίμος γεννήθηκε στην Κόρινθο. Μεγάλωσε και ζει μόνιμα στο Άργος μαζί με την οικογένειά του.

Μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του, εισήχθη μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων και σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι πτυχιούχος Βυζαντινής Μουσικής του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών και υποψήφιος Διπλώματος Μουσικοδιδασκάλου. Υπηρετεί ως πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίας Κυριακής Κουτσοποδίου Αργολίδος, ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής.

Ασχολείται με την αρθρογραφία και πολλά του άρθρα φιλοξενούνται σε Εκκλησιαστικές ιστοσελίδες. Είναι επίσης ραδιοφωνικός παραγωγός στο ραδιοφωνικό σταθμό της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος. Είναι γνώστης της αγγλικής γλώσσας ενώ παρακολουθεί και μαθήματα ιταλικής.

Επιπλέον αφιερώνει χρόνο στη ζωγραφική και την αγιογραφία. Ως ποιητής έχει γράψει ποιήματα ποικίλης θεματολογίας, έχοντας εντούτοις ιδιαίτερη αγάπη και έφεση προς την θρησκευτική ποίηση.

Αρκετά εκ των έργων του έχουν μελοποιηθεί από τον ίδιο αλλά και από άλλους μουσικούς. Τέλος, ασχολείται με την πεζογραφία και πιο συγκεκριμένα τη συγγραφή διηγημάτων.

" Ένας απρόσκλητος επισκέπτης"

 Θα ‘ρθει κάποτε μια μέρα

που είτε νύχτα, είτε εσπέρα,

ή πρωί ή μεσημέρι,

ή χειμώνα, ή καλοκαίρι,

της οικείας σου την πόρτα

θα χτυπήσει δίχως πρώτα

να σε έχει ειδοποιήσει

ή ευγενικά ρωτήσει

ένας ξένος επισκέπτης

της ζωής αυτής ο κλέφτης.


Θάνατος το όνομα του

και στενόχωρη η δουλεία του.

Γέροντας μαυροντυμένος,

σκυθρωπός, καμπουριασμένος,

έχει του νεκρού το χρώμα

και μυρίζει σαν το χώμα

απ’ τον τάφο που θα σκάψεις

πεθαμένο για να θάψεις.

Διόλου δε χαμογελάει,

μοναχά μοιρολογάει,

το τεφτέρι του κοιτάζει

μπαίνει μέσα και αρπάζει.

Κι αν δε θε να πάρει εσένα

κάποιο απ’ τ’ αγαπημένα

πρόσωπα σου θα διαλέξει

και δε δέχετ’ ούτε λέξη

που τη γνώμη του θ’ αλλάξει

και το έργο του θα πάψει.


Ή πατέρα, ή μητέρα,

ή παιδί, ή θυγατέρα,

σύζυγο ή συγγενή σου

θα τον βγάλει απ’ τη ζωή σου

και χωρίς να νιώθει τύψεις,

αφού σε γεμίσει θλίψεις

ετοιμάζεται να φύγει,

γιατί η δουλειά επείγει.

Μα πριν φύγει σε πληρώνει

και με δάκρυα νερώνει

του προσώπου σου τα μάτια

και σε χίλια δυο κομμάτια

την καρδούλα σου τη σπάζει

μα εκείνον δε τον νοιάζει

ο βουβός δικό σου πόνος…

… άλλωστε δεν είσαι ο μόνος…