Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

ev media-logo


Φιλότιμη προσπάθεια. Ο Διονύσης Παρούτσας στον απολογισμό των καλοκαιρινών εκδηλώσεων στο Καρπενήσι (έντυπη)

Λοιπόν… Πάει κι ο Αύγουστος, λιγάκι βροχερός είναι η αλήθεια φέτος, όχι και τόσο καλοκαιρινός, αλλά τουλάχιστον μας έδωσε την ευκαιρία να αναβαπτιστούμε λίγο στα πατρώα νάματα, είτε είμαστε μόνιμοι κάτοικοι του τόπου μας είτε επανακάμπτοντες προσωρινοί προσκυνητές. Το τι εστί "πατρώον νάμα", ωστόσο διαφέρει από ανθρώπου εις άνθρωπον και από "νοός εις νούν"· τα ίδια πράγματα που ευχαριστούν τον ένα, δυσαρεστούν τον άλλο κι αυτό είναι αναπόφευκτο, όσο αναπόφευκτες είναι οι γλωσσικές ακροβασίες με τους οποίους ξεκινά αυτό το σημείωμα.817

Ο φετινός μάλιστα Αύγουστος, είχε πολύ "πράμα", να δώσει σε επισκέπτες και ως εκ τούτου πολύ έδαφος σε συζητήσεις διαδικτυακές αλλά και στα καφενεία, τις ζεστές ώρες των μεσημεριών, υπό τον ήχο τζιτζικιών και τις σκιές των κατά τόπους πλατάνων. Η θεματολογία των συζητήσεων περιστρεφόταν, φυσικά, σε θέματα που επανέρχονται ετησίως με μαθηματική ακρίβεια, και αφορούν στον τρόπο διασκέδασης, την πολιτική, την έκπτωση των ηθών, την πληθυσμιακή αποψίλωση των χωριών μας, το παζάρι, τα Μποτσάρεια, την επίσκεψη του Προέδρου, το προσκύνημα στα λείψανα της Αγίας Ελένης.

Μια ηλικιωμένη κυρία, αίφνης, κατά τη διάρκεια ακριβώς της τελετής παράδοσης του κλειδιού της πόλης στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναρωτήθηκε μεγαλοφώνως για το ποια είναι η αξία όλων αυτών, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: "Τον πληρώσαμε κι αυτόν χρυσό, και τι έγινε που τον κάναμε επίτιμο δημότη;". Για να επεκτείνει τον συλλογισμό της η διπλανή της: "Τόσα λεφτά ξοδεύονται για τα Μποτσάρεια. Δεν είναι κρίμα όταν ο κόσμος πεινάει;". Αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι ο διάλογος διαμείφθηκε ακριβώς στον χώρο της τελετής, στον οποίο οι δύο συνδιαλεγόμενες μπήκαν στον κόπο να παραβρεθούν αν και διαφωνούσαν, ας δούμε λίγο ποια σημασία έχουν αυτού του είδους οι εκδηλώσεις.

Λέμε ότι είναι εθνική υποχρέωση να θυμόμαστε πάντα τι οφείλουμε σε όλους όσοι στάθηκαν όρθιοι και κινδύνευσαν και προσέφεραν και την ζωή τους για την επανάκτηση η την διατήρηση της ελευθερίας των Ελλήνων. Αν μείνουμε όμως σε αυτή την μνημειακή διάσταση, φτωχαίνουμε τον εορτασμό, τον περιορίζουμε. Κι αυτό γιατί, ως προς την ουσία τους, οι επέτειοι αυτού του είδους, συνδέονται κυρίως με το μέλλον και ως τέτοιες έχουν έναν συμβολικό χαρακτήρα.

Στο σύμβολο συνυπάρχουν δύο στοιχεία. Το ορατό και το αόρατο. Ορατό είναι το αισθητό αντικείμενο, η αισθητή εικόνα, αυτό που βλέπουμε, που αγγίζουμε. Είναι το ξύλο της ιερής εικόνας, το ύφασμα της σημαίας, το μάρμαρο ενός μνημείου. Το αόρατο είναι η ιδέα, οι άυλες εκείνες αξίες που δεν τις πιάνεις στα χέρια, δεν τις ζυγίζεις, δεν τις βλέπεις.

Ασφαλώς η εικόνα είναι καμωμένη από ξύλο, η σημαία από ύφασμα, το μνημείο από μάρμαρο. Ναι, αλλά όταν για να μην παραδοθεί η σημαία θυσιάζουν την ζωή τους οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί μας, όταν την τιμούμε όλοι, τότε δεν είναι ένα απλό ύφασμα, είναι σύμβολο της πίστης στην πατρίδα. Και η πίστη δεν είναι ύφασμα, είναι αξία την οποία συμβολίζει η σημαία.

Ο Πίνδαρος, πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια έγραφε: "Θνάσκει καλόν έργον σιγαθέν", δηλαδή: "Τα καλά έργα πεθαίνουν όταν τα σκεπάσει η σιωπή". Όταν σιγάσουν όλα και όλοι το καλό έργο λησμονείται, οι νεκροί ξεχνιούνται, οι θυσίες μένουν βουβές. Αυτήν την τρομακτική σιωπή του χρόνου σχίζει η φωνή των επετείων και των εορτασμών, η λιτάνευση των λειψάνων των αγίων, τα μνημόσυνα των πεσόντων ηρώων. Ως "ενθυμήσεις" ζωντανεύουν το παρελθόν, ως σύμβολα καταξιώνουν το παρόν, ως παράδοση εδραιώνουν το μέλλον, οριοθετώντας με την τριαδικότητά τους, την ουσία της εθνικής μας ταυτότητας.

Αυτά και ως μια μικρή απάντηση στον φίλο Γιάννη Μαυρομύτη, γνωστό για την αδιαμφισβήτητη παντοειδή συνεισφορά του στον εμπλουτισμό της τοπικής ιστορικής βιβλιογραφίας (και όχι μόνο), ο οποίος αναρωτήθηκε για ποιο λόγο θα έπρεπε να γιορτάζουμε μια "ήττα" και μιαν απώλεια όπως αυτή του Μάρκου Μπότσαρη. Δίκιο είχε, αν το δεις από αυτή την άποψη. Όμως, δεν "γιορτάζουμε" την ήττα, μνημονεύουμε τη θυσία και ως εκ τούτου επιβάλλεται να το κάνουμε.

Κι αν προσθέσουμε στα Μποτσάρεια, τις Γιορτές Δάσους, τα πανηγύρια, τις θεατρικές παραστάσεις, τις βιβλιοπαρουσιάσεις και τα μικρά συνέδρια, βλέπουμε ότι επί τριάντα χρόνια τώρα, κάθε καλοκαίρι στο Καρπενήσι πραγματοποιείται ένα ιδιότυπο φεστιβάλ. Το εμπλούτισε εκμοντερνίζοντάς το ο Μπακογιάννης με το "Εν όρεσι", έφυγε εκείνος, όμως λιθαράκι το λιθαράκι ο πυρήνας έμεινε. Πολλοί το θεωρούν ανούσιο, ατελέσφορο, σπάταλο. Δεν μπορώ να κρύψω ότι τα επιχειρήματά τους είναι αρκετά πειστικά κι έτσι προσπαθώντας να βρω αντίλογο για τις ανάγκες του άρθρου, έπεσα σε ένα μεταπτυχιακό, του ΤΕΙ Διοίκησης & Οικονομίας Κρήτης, στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά:

"Η διοργάνωση φεστιβάλ αποτελεί δημοφιλή πρακτική τόσο στις αστικές περιοχές όσο και στην ύπαιθρο, καθώς πέραν της κοινωνικής ανάπτυξης, συμβάλλει στην προσέλκυση τουριστών , μέσω του επανασχεδιασμού της εικόνας των μικρών πόλεων για την τουριστική τους προώθηση. Όταν ένα φεστιβάλ είναι μικρό σε μέγεθος και πραγματοποιείται σε μια μικρή περιοχή, ο έλεγχος και η διοργάνωση του επιτυγχάνεται ευκολότερα, τα κόστη ελαχιστοποιούνται ενώ τα-οφέλη-μεγιστοποιούνται.

Οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους τα τοπικά φεστιβάλ είναι δημοφιλή ως εργαλεία τουριστικής προώθησης είναι η ικανότητά τους να αυξάνουν τη ζήτηση για τον τοπικό τουρισμό  και η συμβολή τους στην αναμόρφωση της εικόνας ενός τόπου και την προβολή ενός προορισμού που φιλοδοξεί να αναδειχθεί στον τουριστικό χάρτη. Επιπρόσθετα, η στρατηγική τοποθέτηση ενός φεστιβάλ στο τοπικό τουριστικό ημερολόγιο μπορεί να συμβάλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Λειτουργούν, επίσης, ως μοναδικοί τουριστικοί πόλοι έλξης μιας και δεν βασίζονται σε κοστοβόρα φυσική ανάπτυξη, αλλά η επιτυχία τους εξαρτάται περισσότερο από τον ενθουσιασμό της τοπικής κοινωνίας και των διοργανωτών παρά από σπάνια φυσικά ή τεχνητά θέλγητρα.

Πέραν όμως από τα οφέλη που πιστεύει ότι αποκομίζει η κοινότητα από τα φεστιβάλ και τη στάση απέναντι σε αυτά, σημαντικός είναι ο ρόλος των φεστιβάλ ως μέσων κοινωνικού ελέγχου, αλλά και ως μέσων προάσπισης του κοινού καλού. Ταυτόχρονα, προκύπτει ότι ενισχύουν την αυτοπεποίθηση της κοινότητας  και συμβάλλουν ενεργά στην αύξηση του πολιτιστικού και εν γένει κοινωνικού οφέλους."

Τα φεστιβάλ, οι εκδηλώσεις, τα πανηγύρια με τον "εκπεπτωκότα" χαρακτήρα τους, όλα έχουν τη θέση τους, όλα αποτελούν άμυνες. Σε μια Ευρυτανία που νομοτελειακά ψυχομαχάει, δεν έχεις από τι άλλο να πιαστείς. Η κτηνοτροφία δεν αποδίδει, η γεωργική παραγωγή –άσ' το καλύτερα, οι ρίγανες, τα τσάγια, τα μελίσσια είναι μόνο για συμπλήρωμα του εισοδήματος, τι άλλο μπορείς να κάνεις για να επιβιώσεις, καλύπτοντας μάλιστα τα στάνταρ που η εποχή μας έχει θέσει;

Όσο για το πού πήγαν τα χρήματα που ξοδεύτηκαν, είναι ολοφάνερο ότι έπεσαν στην αγορά της πόλης. Οι επισκέπτες έφαγαν εδώ, κοιμήθηκαν εδώ, ψώνισαν από τα μαγαζιά. Οι ξενοδόχοι που πληρώθηκαν, πλήρωσαν με τη σειρά τους το προσωπικό τους, τα καθαριστήρια, αγόρασαν αναλώσιμα, πήραν ντόπιους τεχνίτες για να συντηρήσουν τους χώρους τους.

Τέλος, για εκείνους που υποθέτουν, εντελώς αβάσιμα και άδικα, πως οι συμμετέχοντες στις εκδηλώσεις το κάνουν για χρήματα, η μόνη παρότρυνση είναι να μην κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια. Κι αυτό γιατί μόνο οι σύζυγοι (άντρες ή γυναίκες) και τα παιδιά των συμμετεχόντων γνωρίζουν πόσα χρήματα ξοδεύουν από την τσέπη τους για βενζίνες, πόσο πάθος και χρόνο αναλώνουν για να στήσουν μια παράσταση, ένα συνέδριο, μια εκδήλωση στην πλατεία του χωριού.

Κι αυτό το κάνουν μόνο και μόνο διότι έχουν αναπτυγμένη λίγο περισσότερο από τους άλλους, την ελληνική ειδοποιό διαφορά: το φιλότιμο!