Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

ev media-logo

Ο Βασίλης Παλαιοκώστας στην Ευρυτανία. Πώς περιγράφει ο επικηρυγμένος δραπέτης τη συμπλοκή με αστυνομικούς στη Φουρνά

Ρεπορτάζ από την έντυπη έκδοση της Τετάρτης 19 Ιουνίου 2019 (αρ. φύλλου 859)

Σε κυκλοφορία βρίσκεται το βιβλίο του διαβόητου κακοποιού Βασίλη Παλαιοκώστα. Έχει τίτλο «Μια Φυσιολογική Ζωή. Δράσεις και Αποδράσεις ενός Επικηρυγμένου» και σε αυτό μιλάει για τα χρόνια που δρούσε στα βουνά Στερεάς και Θεσσαλίας, με περιγραφές καταδιώξεων και στην Ευρυτανία, που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή.palaiokostas-peripoliko11

Ο «Έλληνας Ρομπέν των φτωχών», όπως, μεταξύ άλλων, τον είχε ονομάσει σε αφιέρωμά του το βρετανικό BBC, ο επικηρυγμένος από την Ιντερπόλ με 1.000.000 ευρώ ληστής τραπεζών, Βασίλης Παλαιοκώστας, που παραμένει ασύλληπτος από το 2009 μετά την κινηματογραφική απόδρασή του από τις Φυλακές Κορυδαλλού, μόλις κυκλοφόρησε βιβλίο.

Είναι 600 σελίδων και φέρει τον τίτλο «Μια φυσιολογική ζωή. Δράσεις και αποδράσεις ενός επικηρυγμένου», από τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων». Στον εκδοτικό οίκο έφθασε από δικηγόρο των Αθηνών, που και αυτή με τη σειρά της το παρέλαβε σε φάκελο που έφτασε (άγνωστο πώς) στο γραφείο της. Ο φάκελος περιείχε, εκτός από το κείμενο του βιβλίου, και μία ιδιόχειρη επιστολή του συγγραφέα με το παλαμικό του αποτύπωμα, η οποία εξουσιοδοτούσε τη δικηγόρο να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση του βιβλίου του. Το κείμενο του βιβλίου, με τις τόσες λεπτομέρειες που δεν μπορεί να τις γνωρίζει τρίτος, και το περιεχόμενο του κειμένου της επιστολής, συνηγορούν στο γεγονός ότι είναι γνήσια.

palaiokostas biblio_vivlio_mia_fisiologiki_zoi

Ο καταζητούμενος παραμένει ασύλληπτος επί μία δεκαετία πλέον και κατηγορείται για σειρά εγκλημάτων, ανάμεσα στα οποία ανθρωποκτονία, τρομοκρατία, ληστείες, διακεκριμένες κλοπές, απαγωγή, διακεκριμένη κατοχή όπλων, εκρηκτικών και εκρηκτικών μηχανισμών, παραποίηση εγγράφων, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, εκβίαση, παράνομη ιδιοποίηση αεροπορικών μέσων και παραβίαση κανόνων για την ασφάλεια των πτήσεων. Έχει δραπετεύσει δύο φορές με ελικόπτερο από τον Κορυδαλλό, έχει οργανώσει απαγωγές και θεωρείται ο «εγκέφαλος» πλήθους ληστειών -«μόνο σε τράπεζες», όπως λέει στο βιβλίο του, προσπαθώντας να αποδείξει πως η αστυνομία τού έχει «φορτώσει» εγκλήματα που δεν διέπραξε ποτέ.

Ληστείες τραπεζών

Στο βιβλίο του υπάρχουν αναφορές μόνο σε 2 ληστείες τραπεζών -στην Εμπορική των Ιωαννίνων και την Εθνική της Καλαμπάκας· η τελευταία παραμένει η μεγαλύτερη σε λεία, ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα (125 εκατομμύρια δραχμές).

Όπως σημειώνει στη σελ. 69, οι ένοπλες ληστείες στις οποίες συμμετείχε είναι «πάρα πολλές και το άθροισμά τους δεν έχει καμία πρακτική αξία». Για τον λόγο αυτό πιθανόν δεν κάνει καμία αναφορά στη ληστεία της Κτηματικής Τράπεζας στο Καρπενήσι, τον Μάρτιο του 2001, με λεία 1,8 εκατ. δραχμές.

ΔΙΠΛΗ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ

ΣΤΑ ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Εκτενείς είναι οι αναφορές του γεννημένου το 1966 στο Μοσχόφυτο Τρικάλων κακοποιού στα -δεκάδες- περιστατικά καταδίωξής του από τις αστυνομικές αρχές ανά την Ελλάδα, σε Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Μακεδονία. Παραθέτοντας πλήθος λεπτομερειών, ο καταζητούμενος περιγράφει το πώς κατάφερε να ξεφεύγει από τα μπλόκα των αστυνομικών, διαθέτοντας εξαιρετική γνώση της εκάστοτε δασικής περιοχής και εξαιρετική αίσθηση προσανατολισμού.

Στο βιβλίο του αναφορές γίνονται και στην Ευρυτανία. Τον Μάιο του 1999, ο φαντομάς των βουνών εντοπίζεται σε τυχαίο έλεγχο αστυνομικών στην Πύλη Τρικάλων, οδηγώντας ένα μαύρο τζιπ (Σουζούκι Βιτάρα). Όχι μόνο δεν σταματά στο σήμα των αστυνομικών, αλλά απεναντίας ανοίγει πυρ εναντίον τους. Οι επόμενες σκηνές διαδραματίζομαι επί ευρυτανικού εδάφους, στα δάση της Φουρνάς, όπου ακολουθεί καταδίωξη, πυρά και εν τέλει διαφυγή του Παλαιοκώστα με τα… πόδια. Στις σελίδες 183-186 του βιβλίου του, ο 53χρονος σήμερα κακοποιός γράφει στο υποκεφάλαιο με τίτλο «Τα πισώπλατα πυρά, η αυτοκινητοπομπή και η διαφυγή»:

«Ο Θύμιος (σ.σ. συνεργάτης του), προς τιμήν του, ήταν πρόθυμος να επιστρέψει για να βοηθήσει. Δεν ήθελα να τον βάλω στον κλοιό των μπλόκων, γι' αυτό του είπα να φτάσει ως τη Λαμία και να περιμένει τηλέφωνό μου. Το σχέδιο μου προέβλεπε να οδηγήσω ακολουθώντας μια δαιδαλώδη διαδρομή (που γνώριζα καλά), για να προσεγγίσω τις ράχες του Τυμφρηστού. Ήταν ένα καλό μέρος να κρύψω προσωρινά τα αμπαλαρισμένα όπλα, να βάλω φωτιά στο Βιτάρα και να με μαζέψει ο Θύμιος. Αυτή η διαδρομή είχε μια αδυναμία. Το υποχρεωτικό πέρασμα μέσα απ' το χωριό Φουρνάς που διέθετε αστυνομικό σταθμό. Ήμουν αποφασισμένος να πάρω αυτό το ρίσκο, ελπίζοντας πως αν βρίσκονταν σε επιφυλακή θα στήνανε μπλόκο σε κάποια διασταύρωση κεντρικού δρόμου εκτός χωριού».

«Αργά το βράδυ», συνεχίζει ο Παλαιοκώστας, «μπήκα στα πρώτα σπίτια του Φουρνά. Ανηφορώ ένα στενό φιδωτό δρομάκι που περνούσε απ' την πλατεία του χωριού. Σε λίγο βρέθηκα κάτω απ' τον πέτρινο κυκλικό τοίχο της υπερυψωμένης πλατείας, που ήταν και οδηγός του δρόμου από τη δεξιά πλευρά. Δεκαπέντε περίπου μέτρα μπροστά μου, ακριβώς στο σημείο που ο ανηφορικός δρόμος προσέγγιζε το ύψος της πλατείας, τα φώτα του Βιτάρα έπεσαν πάνω στο αστυνομικό Λαντ Ρόβερ. Το είχαν βάλει κάθετα πάνω στο δρόμο. Σταμάτησα κι ασυναίσθητα κοίταξα δεξιά ψηλά στον τοίχο της πλατείας. Είδα να φανερώνονται και να κρύβονται -πολλές φορές, πολύ γρήγορα- κάμποσα κεφάλια. Αμέσως μετά ένα πιστόλι κι ένα αυτόματο, δίχως να εμφανίζονται αυτοί που τα κρατούσαν. Ήταν σαν σε παράσταση κουκλοθέατρου. Άφησα το Βιτάρα να κατηφορίσει, οπισθοχωρώντας στο στενό δρόμο. Ακούγοντας σποραδικά πυρά (μάλλον στη φορά του ανέμου), στην πρώτη ευκαιρία γύρισα το αυτοκίνητο στα ίσια του βγαίνοντας απ' το χωριό απ' τον ίδιο δρόμο που μπήκα.

Ήμουν εγκλωβισμένος στα βουνά της Ευρυτανίας αλλά πολύ πεισματάρης για να τα παρατήσω. Δεν με ακολούθησαν τα παλικάρια του Φουρνά (όχι κορόιδα...), όμως σίγουρα θα είχαν ειδοποιήσει τους κατοίκους των τριγύρω χωριών να έχουν το νου τους και να τους ειδοποιήσουν. Οι χωριάτες άλλο που δεν ήθελαν. Χρόνια ονειρεύονταν να δουν τους εαυτούς τους σε ένα δελτίο ειδήσεων, έστω πρωινάδικο. Τότε έβαλα σε εφαρμογή ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο: Έσβησα όλα τα φώτα του αυτοκινήτου και οδήγησα μόνο με τη χρήση χειρόφρενου, δέκα σχεδόν χιλιόμετρα έως το χωριό Βράχα. Το συγκεκριμένο χωριό ήταν αμφιθεατρικά χτισμένο στις πίσω πλαγιές του Τυμφρηστού. Οι κάτοικοί του ειδοποιημένοι μαζεύτηκαν στην πλατεία με το βλέμμα κάτω στην ποταμιά, μήπως δουν φώτα αυτοκινήτου να ανεβαίνουν προς το χωριό τους. Δεν μπόρεσα να μην γελάσω στην αντίδραση τους, όταν εισέβαλα άξαφνα στην πλατεία τους και άναψα τα μεγάλα φώτα.palaiokostas interpol

‘Νάαατος, νάαατος, αυτός είναι!’, φώναζαν όλοι μαζί χοροπηδώντας και τρέχοντας πέρα δώθε. Η άσφαλτος τελείωσε στο χωριό. Χώθηκα σε ένα χωματόδρομο πολλών χιλιομέτρων μέσα στο δάσος. Ο χάρτης τον ήθελε να σμίγει με τον κεντρικό Φουρνά Καρπενησίου, στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού. Σκυλί μαύρο το Βιτάρα... Κατάπινε αμάσητα τα χιλιόμετρα της τραχιάς χωμάτινης διαδρομής. Ήταν ήδη πολύ καταπονημένο απ' την πολύωρη οδήγηση στους δύσκολους δρόμους των Αγράφων. Είχα το φόβο μην με αφήσει. Πέρασα τον αυχένα του βουνού κι άρχισα να κατηφορίζω».

«Λίγο πριν φτάσω στην άσφαλτο, μετά από μια απότομη στροφή, ένα περιπολικό στα είκοσι-τριάντα μέτρα μπροστά είχε φράξει τον χωματόδρομο. Δεν ήταν κανείς μέσα. Είχαν ακροβολιστεί. Φρέναρα και έβαλα όπισθεν. Άνοιξαν πυρ καλυμμένοι στα σκοτάδια. Ήμουν μόνο λίγα μέτρα απ' τη στροφή. Μπαίνοντας με την όπισθεν, γύρισα τα πίσω μπρος του τζιπ που δεχόταν καταιγισμό πυρών από αυτόματα υποπολυβόλα. Ανέβαινα ξανά το δρόμο προς το βουνό με τους διώκτες πίσω μου, ώσπου κατάλαβα ότι είχαν σκάσει τα λάστιχα από σφαίρες. Ήταν καιρός να το εγκαταλείψω. Το έβγαλα απ' το δρόμο και το ανέβασα σε ένα μικρό λόφο, δεξιά του χωματόδρομου. Η κίνησή μου αυτή έγινε αντιληπτή. Το περιπολικό στάθμευσε στο ύψος της δικής μου εξόδου, με τα φώτα πάνω στο Βιτάρα. Πήραν θέση μάχης και βρίζοντας θεούς και δαίμονες άνοιξαν ξανά πυρ κατά του εγκαταλελειμμένου αυτή τη φορά τζιπ. Ήδη είχα κατεβεί το λόφο προς τη μεριά τους, κρατώντας απασφαλισμένο το Καλάσνικοφ στα χέρια. Βρισκόμουν είκοσι μέτρα μακριά τους καλυμμένος στο σκοτάδι να καμαρώνω τα καμώματά τους. Αφού χόρτασα το θέαμα της θλιβερής παράστασής τους, τους παράτησα να πυροβολούν βρίζοντας το βουνό».

«Τράβηξα το δρόμο που πριν από λίγο μου είχαν φράξει και σε απόσταση ασφαλείας έκρυψα προσωρινά, το σακίδιο με τα συσκευασμένα όπλα. Το χάραμα, είχα φτάσει στη Γέφυρα Αγίου Γεωργίου. Εκεί επιτέλους έπιασε σήμα το κινητό. Ο Θύμιος παρέμεινε όλη νύχτα άγρυπνος περιμένοντας τηλέφωνό μου. Του έδωσα συντεταγμένες και κάθισα στη μια όχθη του ποταμού να τον περιμένω. Δεν πρόλαβα να κλείσω το τηλέφωνο και στην απέναντι όχθη ο δρόμος που οδηγούσε στον Φουρνά γέμισε τζιπάκια της ΕΚΑΜ, της ΟΠΚΕ, πολλά τζιποειδή περιπολικά, ασφαλίτικα και μια κλούβα με σκυλιά... Αληθινά σκυλιά! Ήταν σε σχηματισμό αυτοκινητοπομπής και κάναν στάση ακριβώς απέναντι μου.

Για μια στιγμή τα χρειάστηκα. Βρε λες να με έχουν εντοπίσει; Δεν είχα καμιά ελπίδα τόσοι που ήταν... Παρατηρώντας καλύτερα τις κινήσεις τους, κατάλαβα ότι πήγαιναν να συλλάβουν τον Παλαιοκώστα στα δασωμένα βουνά της Ευρυτανίας κι απλώς σταμάτησαν για λίγο να συντονιστούν. Ήταν φανερό πως δεν ήρθαν για μένα, άδικα ανησύχησα! Καλό βόλι, λεβέντες! Σε λίγο έφτασε ο Θύμιος κι από δω παν' κι οι άλλοι...».

Οι τελευταίες επαφές

Το 2011 θα είναι η τελευταία φορά που -επιβεβαιωμένα- θα εμφανιστεί ο Παλαιοκώστας στην Ελλάδα. Στις 6 Φεβρουαρίου του ‘11 θεάται να κυκλοφορεί με ένα αυτοκίνητο μαζί με ένα ακόμα άτομο στην περιοχή της Αράχοβας. Οι αστυνομικοί που είδαν το αυτοκίνητο και το θεώρησαν ύποπτο, το παρακολούθησαν, πήραν τον αριθμό της πινακίδας και ανακάλυψαν πως ήταν κλεμμένο. Άρχισαν να καταδιώκουν το αυτοκίνητο, και κατάφεραν να το σταματήσουν στο 7ο χλμ του δρόμου Λιβαδειάς - Αράχοβας. Ο Παλαιοκώστας βγήκε από το αυτοκίνητο και άνοιξε πυρ εναντίον των αστυνομικών με ένα καλάσνικοφ. Κατάφερε να τους ξεφύγει ξανά.

Τον Οκτώβριο του 2013 η αστυνομία δίνει στη δημοσιότητα φωτογραφίες στις οποίες φέρεται να εικονίζεται ο διαβόητος καταζητούμενος δραπέτης Βασίλης Παλαιοκώστας, που όμως δεν θυμίζει σε τίποτα τον παλιό του εαυτό· τα χαρακτηριστικά του είναι αλλοιωμένα, ενώ φαίνεται να έχει υποβληθεί και σε εμφύτευση μαλλιών.

Για το δέμα - βόμβα και άλλα

Στις 24 Ιουνίου 2010, ένα δέμα - βόμβα θα φτάσει στο προσωπικό γραφείο στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη με αποδέκτη τον τότε Υπουργό, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Το δέμα θα ανατιναχτεί και θα σκοτώσει τον αστυνομικό υποδιευθυντή Γιώργο Βασιλάκη, αλλά ο φάκελος -που θα μείνει ανέπαφος- είχε πάνω του, σύμφωνα με την Αντιτρομοκρατική υπηρεσία - το παλαμικό αποτύπωμα του Βασίλη Παλαιοκώστα. Στο βιβλίο του ο καταζητούμενος ποινικός αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση και κάνει λόγο για πλεκτάνη και στημένα κατηγορητήρια.

Τα τελευταία χρόνια που η ΕΛΑΣ αναζητά τον Παλαιοκώστα σε διάφορα σημεία σε Ελλάδα και Βαλκάνια, εκείνος φέρεται να πραγματοποιεί αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη, την Τουρκία, τη Συρία ακόμα και την Κίνα, ενώ φέρεται να διέμενε και στη Νότια Αμερική. Τέλος, χαρακτηρίζει ως «θλιβερά» τα μέλη της 17Ν -εκτός του Δημήτρη Κουφοντίνα που γνώρισε στις φυλακές.