Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

ev media-logo


«Λεωλογίες». Ο Διονύσης Παρούτσας για το αποτέλεσμα των εκλογών και το μήνυμα των ψηφοφόρων, από την έντυπη έκδοση

Δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της 17ης Ιουλίου (στήλη Τρίτη Ματιά)

Πέρασαν ήδη δέκα μέρες από τις εκλογές, ο νέος πρωθυπουργός διέταξε «πρόσω ολοταχώς», οι μηχανές και οι μηχανισμοί του κράτους ανεβάζουν στροφές, τα μανόμετρα, τα ταχύμετρα και τα… πιεσόμετρα καταγράφουν ενδείξεις, ο τέως πρωθυπουργός ετοιμάζεται να διαβεί (ή μήπως να… υπερβεί) τον… Ρουβίκωνα και σύντομα θα δούμε αν το μήνυμα που έστειλε ο λαός το πήραν οι πολιτικοί.

863

Αυτή η τελευταία φράση εντούτοις σήκωνε ανέκαθεν πολύ ρώτημα. Αλήθεια τι πράγμα ακριβώς είναι αυτός ο λαός; Έχει μια συγκεκριμένη άποψη, μπορεί κάποιος να τον ρωτήσει "ποιο μήνυμα θέλεις να στείλεις" και αυτός να εκπέμψει μια ξεκάθαρη απάντηση; Από μια πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως το να πάρεις τη γνώμη πεντέμισι εκατομμυρίων ανθρώπων, είναι ανέφικτο, καθώς καθένας από αυτούς έχει μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, διαφορετικές εμπειρίες, ξεχωριστές δυνατότητες.

Για παράδειγμα η γιαγιά της υψηλής κοινωνίας στην Κηφισιά που έχει στο ντουλάπι της 150.000 ευρώ (και αναρωτιέται αν θα πρέπει να τα ξαναπάει στην τράπεζα) με τη γιαγιά που έχει στο ντουλάπι της 150 ευρώ υπόλοιπο της σύνταξης, δεν μπορεί να δώσουν την ίδια απάντηση – αν πάνε να ψηφίσουν.

Το ίδιο και ο άνεργος εργάτης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που περιμένει πως και πώς να του κάτσει κάποιο μεροκάματο με τον νεαρό φοιτητή που παρεπιδημεί στα στενά των Εξαρχείων, όχι από άποψη αλλά από συνήθεια.

Πώς λοιπόν να εξάγει κανείς ένα συνδυαστικό συμπέρασμα για τον τρόπο με τον οποίον θέλουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να κυβερνηθεί η χώρα, ή (ακόμα χειρότερα) για το πώς θα πρέπει να αντιδράσει ο υπουργός Οικονομικών απέναντι στις πιέσεις του οποιοδήποτε οικονομικού εντεταλμένου των δανειστών, σε μια συζήτηση που γίνεται σε κάποιο γραφείο, στον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου, ντυμένου με γυψοσανίδα και μοκέτα και με ένα δίσκο πτι φουρ και εμφιαλωμένα νερά μπροστά τους;

Κι όμως… Κοιτάζοντας τα στατιστικά των αποτελεσμάτων της περασμένης εβδομάδας στα χωριά της Ευρυτανίας, ο καθένας θα έμενε έκπληκτος με την ρυθμικά επαναλαμβανόμενη αντιστοιχία με το πανελλήνιο σύνολο. Σε χωριά όπου ψήφιζαν μόνο 50 άνθρωποι, η ΝΔ ερχόταν πρώτη, ο ΣΥΡΙΖΑ δεύτερος, το ΚΙΝΑΛ τρίτο και μάλιστα με ποσοστά σχεδόν όμοια με αυτά που έβγαζαν εκλογικά κέντρα στην Αθήνα, στη Λάρισα, στη Νάουσα, ή στο Ηράκλειο! Ακόμα και τα ποσοστά του Μέρα25 και της Ελληνικής Λύσης, ήταν παρόμοια.

Λες κι ένα μαγικό χέρι κινούσε τα χέρια των ψηφοφόρων να διαλέξουν ακριβώς τα ίδια κόμματα με έναν συμπολίτη τους σε χωριά και πόλεις χιλιόμετρα μακριά, σε διαφορετικές συνθήκες, αλλού με θέα τη θάλασσα και αλλού με θέα τα βουνά ή τον κάμπο.

Κατά συνέπεια, και αφού η κατανομή της δύναμης των κομμάτων δεν διαφέρει από εκλογικό σε εκλογικό κέντρο παρά ελάχιστα, θα μπορούσαμε κάλλιστα να υποθέσουμε ότι ο λαός όντως ψηφίζει σαν ένα άτομο, και εκδηλώνει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά αυτά βέβαια αλλάζουν από εποχή σε εποχή και συντονίζονται με τα προτάγματα των καιρών, δεν παύουν όμως να είναι ενιαία.

Συνεπώς, η μελέτη των αποτελεσμάτων σε συνδυασμό με τη μελέτη των προτάσεων των κομμάτων, θα μπορούσε να δώσει έναν ασφαλή οδικό χάρτη πάνω στον οποίο θα κινηθούν όσοι ευελπιστούν να καθορίσουν τις ζωές των ψηφοφόρων τους.

Το μόνο δύσκολο στην περίπτωση αυτή είναι η ερμηνεία των ψυχολογικών παραγόντων που ωθούν το εκλογικό σώμα να προτιμήσει μια συγκεκριμένη πρόταση, καθώς δεν είναι πάντα αυτό που εκφράζουν οι ρήτορες στα βήματα που κινητοποιεί τον ψηφοφόρο.

Για παράδειγμα, το περιστατικό που ιδιαίτερα ενοχλημένος και απογοητευμένος επεσήμανε ο Μωυσής Μπερμπερής, υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό μας. Όπως έγραψε σε ανάρτησή του, σε προεκλογική του επίσκεψη «σε τέρμα Θεού χωριό της Δυτικής Ευρυτανίας» και σε κουβέντα στο καφενείο με πολίτες μέσου όρου ηλικίας άνω των εβδομήντα, μπήκε από πλευράς τους ιδιαίτερα έντονα το ζήτημα της ανομίας των Εξαρχείων και των σχέσεων του υιού Βούτση με τον Κουφοντίνα. Για κάποιον που ξέρει έστω και λίγο, την κρατούσα κατάσταση κατ’ εκείνη τη μεριά, η λογική αντίδραση θα ήταν θλίψη ή φόβος. Δικαιολόγησε εντούτοις, ο πολιτευτής την κατάσταση σκεφτόμενος όσα έχει αναφέρει κατά καιρούς ο Ουμπέρτο Εκο για την δύναμη της τηλεόρασης.

Δεν κομίζει γλαύκα στην Αθήνα ο Μωυσής, ασφαλώς. Πάνε ήδη 30 χρόνια που ξέρουμε όλοι ότι η τηλεόραση, και τελευταίως το διαδίκτυο, επηρεάζουν τους πολίτες παραποιώντας την πραγματικότητά τους και δημιουργώντας τους ανάγκες που δεν έχουν. Αυτή ήταν εξ άλλου η δουλειά τους εξαρχής. Πρόκειται όμως στ’ αλήθεια για παραποίηση της πραγματικότητας και ξεκάθαρη χειραγώγηση;

Μήπως απλά είναι ένα παράθυρο σε μια άλλη πραγματικότητα, την οποία τα κόμματα με τη ρητορική τους επέλεξαν να παρουσιάσουν, οριοθετώντας έτσι το πεδίο της αντιπαράθεσης; Είναι από αυτά τα αμφίσημα ερωτήματα που επιδέχονται πολλών ερμηνειών.

Γεγονός πάντως είναι ότι ο λαός, εκφράστηκε με τον τρόπο που εκφράστηκε έστω και επηρεαζόμενος στο βαθμό που επηρεάστηκε. Αν μάλιστα πιστέψουμε και στην αξία της στατιστικής επιστήμης, τότε αυτοί που ψήφισαν εκφράζουν απολύτως και εκείνους που δεν προσήλθαν στις κάλπες, καθώς το «δείγμα της έρευνας» είναι τεράστιο – όχι βέβαια ότι η αποχή είναι καλό πράγμα! 

Συνεπώς, αν οι πολιτικοί μας θέλουν να έχουν μια συνολική άποψη για το πώς θα ήταν ο ελληνικός λαός, αν ήταν ένας άνθρωπος δεν έχουν παρά να φανταστούν έναν απογοητευμένο πολίτη, απηυδισμένο από τους φόρους, που έχει ανάγκη να ελπίσει σε κάτι, είναι θυμωμένος με τους δημόσιους υπαλλήλους, χρειάζεται να έχει μια επίφαση ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα παραμένει δημοκράτης και αλτρουιστής και εξακολουθεί να τον συγκινεί ο «αριστερός» λόγος.  Αυτά τα χαρακτηριστικά είχε ο λαός μας την περασμένη Κυριακή.

Το μόνο κακό όμως με αυτή την απλούστευση είναι ότι ο λαός ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ένας άνθρωπος. Είναι πολλοί. Είναι διαφορετικοί και αντιδρούν διαφορετικά ο καθένας. Κι όταν οι ζυγαριές αρχίζουν να γέρνουν επικίνδυνα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, τότε συνήθως πρέπει να καταβληθεί υπερπροσπάθεια προκειμένου να αποκατασταθούν οι ισορροπίες, όπως περίτρανα απέδειξε η άνοδος και –ευτυχώς– η πτώση της Χρυσής Αυγής.