Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

ev media-logo

"Η ευθύνη συνέχισης μιας πετυχημένης προσπάθειας". Ο Διονύσης Παρούτσας για το Κέντρο Ιστορίας & Πολιτισμού Ευρυτανίας

Το φετινό καλοκαίρι ήταν ένα από τα πλουσιότερα πολιτισμικά καλοκαίρια στην Ευρυτανία. Και σ’ αυτό συντέλεσε ένας και μοναδικός παράγοντας: Η έναρξη λειτουργίας του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού Ευρυτανίας, με λίγα λόγια του νέου μουσείου του Καρπενησίου. Αυτό που θα περίμενε λογικά κανείς από ένα νεοπαγές μουσείο, ήταν φυσικά να είναι ανοιχτό όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες τη μέρα, και να περιμένει τους επισκέπτες να περιηγηθούν στις αίθουσές του. Αυτό όμως που συνέβη ήταν πέρα από κάθε προσδοκία, ακόμα και του ίδιου του αντιπεριφερειάρχη του Άρη Τασιού, που πήρε πάνω του και όλο το εγχείρημα.869

Όχι μόνο ήταν ανοιχτό σε σχεδόν 12ωρη βάση, αλλά άνοιξε τα φτερά του και στον υπόλοιπο νομό. Οι άνθρωποι που ανέλαβαν την προώθησή η κα Ζιώγα και ο κ. Αθανασιάς, εργάστηκαν με μεράκι και φιλοδοξία. Το Μουσείο, στους τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν από τα εγκαίνιά του πραγματοποίησε ούτε λίγο-ούτε πολύ 30 εργαστήρια στα διάφορα χωριά του νομού αλλά και στην πόλη του Καρπενησίου. Και δε μιλάμε για εργαστήρια "ζωγραφικής" που γίνονται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις και που εκφυλίζονται σε "ώρες δημιουργικής απασχόλησης" των παιδιών των παραθεριστών του Αυγούστου. Καθένα από αυτά τα εργαστήρια είχε τη δική του θεματική και τη δική του καλλιτεχνική έκφραση. Η θεματολογία τους κυμαινόταν από την κατάκτηση της σελήνης μέχρι την αντιστασιακή δράση την εποχή της κατοχής στην Ευρυτανία. Οι τεχνοτροπίες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν επίσης πολυποίκιλες και περιλάμβαναν δημιουργία ψηφιδωτών, μεταξοτυπίας, γλυπτικής, πουαντιλισμού και δεν ξέρω πόσων ακόμα μεθόδων χρησιμοποίησαν και δίδαξαν οι ακούραστοι αυτοί άνθρωποι που ανέλαβαν να στήσουν το μουσείο.

Εξακόσια πενήντα άτομα συμμετείχαν στα εργαστήρια αυτά, ένας αριθμός που αποτελεί σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Και δεν ήταν μόνο παιδιά, αλλά και ενήλικες, ορισμένοι από τους οποίους δεν είχαν ξαναπιάσει ποτέ χρωστήρα ή κοπίδι στα χέρια τους. Το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό και το διαπίστωσαν με τα ίδια τους τα μάτια όσοι επισκέφθηκαν την έκθεση που λειτούργησε για λίγες μέρες στο προαύλιο του παλιού Δασαρχείου όπου στεγάζεται το νέο μουσείο. Ορισμένα από τα έργα αυτά είναι μικρά αριστουργήματα και δεν θα πίστευε κανείς ότι για κάποιους από τους δημιουργούς τους ήταν και τα πρώτα τους! Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι για πολλούς απ’ όσους συμμετείχαν αποτέλεσε εμπειρία ζωής που βελτίωσε την αυτοεκτίμησή τους και δεν είναι διόλου απίθανο για κάποιους από αυτούς να έχει και συνέχεια. Τέχνη ζωντανή εν τω γεννάσθαι με όλα τα θετικά συνακόλουθα!

Ύστερα είναι και το στήσιμο του ίδιου του Μουσείου, το οποίο είναι τόσο πρωτοποριακό και μοντέρνο που το εντάσσει, χωρίς υπερβολή στα καλύτερα της Ευρώπης, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών και του μεγέθους του. Πέρα από τη χρήση της τεχνολογίας που εντυπωσιάζει αρχικά, η δεύτερη περιήγηση δίνει στον επισκέπτη την πραγματική ευκαιρία να εμβαθύνει στο περιεχόμενο, να μελετήσει τις χρονικές περιόδους, να αναλογιστεί την Ιστορία και την ανθρώπινη παρουσία στο πλήρες τους μέγεθος. Κι όλα αυτά σε ένα κτίριο που εξ αρχής είχε κατασκευαστεί για άλλο σκοπό, με χωρίσματα και τοίχους, εντελώς ακατάλληλου ως χώρου επίδειξης.kipe brabeuseis3

Η σύλληψη της συγκεκριμένης υλοποίησης είναι πρωτοποριακή και αξίζουν συγχαρητήρια κατ’ αρχάς σε όσους είχαν την ευθύνη να αποδεχθούν την εφαρμογή της. Με λίγα λόγια, ευτυχώς που δεν δημιουργήθηκε ένα ακόμα λαογραφικό μουσείο με σαρμανίτσες, δικέλλες και σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα. Όχι πως δεν έχουν την αξία τους, όμως πραγματικά έχει γεμίσει ο τόπος από δαύτα και μάλλον δεν αποτελούν πλέον και τόσο σημαντικό πόλο έλξης επισκεπτών. Η προβιομηχανική εποχή δεν είναι σήμερα μέρος καμιάς προσωπικής ανάμνησης, ώστε να δημιουργεί το απαραίτητο συγκινησιακό υπόβαθρο που δημιουργούσε φερ’ ειπείν την δεκαετία του 1970 της ύστερης αστυφιλικής έξαρσης.

Εξαιρετικό λοιπόν το αποτέλεσμα, τόσο το απτό όσο και το άυλο. Εντούτοις εδώ αρχίζουν τώρα τα δύσκολα. Τον Οκτώβρη λήγει η σύμβαση των ανθρώπων που το έστησαν και το βοήθησαν στα πρώτα του βήματα. Τώρα θα πρέπει να βγει μια προκήρυξη για να προσληφθεί κάποιος που θα το ανοίγει και θα το έχει διαθέσιμο στο ευρύ κοινό. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να βρεθούν άνθρωποι με το πάθος και τις γνώσεις των δημιουργών του. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, διότι απαιτείται πραγματική αφοσίωση και έρωτας για το επάγγελμα.

Άρα όλη η ευθύνη πέφτει στην Αντιπεριφέρεια που θα αναλάβει την δημιουργία της προκήρυξης. Φυσικά ο Τασιός, πνευματικό παιδί του οποίου είναι το μουσείο θα θέλει το καλύτερο. Θα μπορέσει όμως να αντισταθεί στις σειρήνες της μικροπολιτικής και να μη φτιάξει μια συνηθισμένη προκήρυξη; Τα τυπικά προσόντα, όποια κι αν είναι αυτά δεν θα βοηθήσουν σε τίποτε. Δε θέλουμε για το μουσείο αυτό έναν απλό διεκπεραιωτή, έναν υπάλληλο που θα πηγαίνει 7-3 να το ανοίγει και το Σαββατοκύριακο να είναι κλειστό.

Τα καθήκοντά του θα πρέπει να περιγράφονται με αναλυτικό τρόπο και οι απαιτήσεις θα πρέπει να είναι συγκεκριμένες. Θέλουμε οπωσδήποτε άνοιγμα στον κόσμο και αν ο κόσμος δεν πηγαίνει στο μουσείο, θα πρέπει αυτό να πηγαίνει στον κόσμο. Με δράσεις συνεχείς, τουλάχιστον μία κάθε μήνα. Με εργαστήρια ποιοτικά, όχι απλά πινέλα και ζωγραφικές, αυτά τα κάνουν τα παιδιά και στο σχολείο. Με θεματικές ενότητες ενδιαφέρουσες που δεν θα πρέπει να περιχαρακώνονται σε μια στείρα αρχαιολατρική ευρυτανική προοπτική.

Δεν είναι ένα απλό μουσείο, είναι ΚΕΝΤΡΟ Ιστορίας και Πολιτισμού, που σημαίνει ότι θα πρέπει να αποτελέσει το κέντρο αναφοράς όλων των άλλων μουσείων της πόλης. Το Μουσείο των Κορυσχάδων επί παραδείγματι, για το οποίο έχουν ξοδευτεί τόσα χρήματα θα είχε να κερδίσει πολλά αν ακολουθούσε τη νέα αυτή προσέγγιση, αν πήγαινε αυτό στους πολίτες αντί να τους περιμένει. Με σωστό προγραμματισμό και όρεξη για δουλειά θα μπορούσαν μάλιστα τα δύο αυτά μουσεία να αυτοχρηματοδοτηθούν. Με τη λειτουργία ενός πωλητηρίου αναμνηστικών που θα έφεραν τη σφραγίδα τους, αντίγραφα των κοσμημάτων της συλλογής Σταθάτου, αγαλματίδια του Διονύσου, ξυλόγλυπτων κλπ, με την κατάλληλη βέβαια διαφήμιση, θα μπορούσαν τα μουσεία μας να φέρουν χρήματα στον τόπο και να βγάζουν και τα έξοδά τους. Στην κατεύθυνση αυτή μια συνεργασία με τις σχολές αργυροχρυσοχοΐας της Ηπείρου θα μπορούσε να κάνει θαύματα. Φυλλάδια με το Σύνταγμα της Κυβέρνησης του Βουνού, καρτ ποστάλ με τις φωτογραφίες του Μουσείου, των πρώτων γυναικών που ψήφισαν και όλα αυτά.

Ίσως να ήταν χρήσιμο να ζητηθεί η γνώμη των δημιουργών του ΚΙΠΕ στη σύνταξη της προκήρυξης της νέας θέσης για τον υπεύθυνο λειτουργίας του. Γιατί αυτοί το πονάνε και ξέρουν και τον τρόπο με τον οποίο θα το κάνουν να περπατήσει και να επιβιώσει. Εμείς μπορούμε να λέμε μόνο αερολογίες. Χρήσιμη θα ήταν επίσης και μια επιστολή προθέσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων, στην οποία θα εκθέτουν το όραμά τους για τη λειτουργία του Μουσείου. Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται πολύ “αμερικάνικα”, εντούτοις στόχο δεν μπορεί να αποτελέσει τίποτε λιγότερο από το τέλειο.

Και προς την κατεύθυνση αυτή σημαντική θα είναι και η συμβολή του Μπερμπερή, από τη νέα θέση της ιδιότυπης αντιπολίτευσης που κατέχει στην Αντιπεριφέρεια. Θα γίνει άραγε αυτό που πρέπει για να μην πάει χαμένη μια εξαιρετική ως τώρα προσπάθεια; Θα δούμε...