Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo

Λόφος Αγίου Δημητρίου, μια αρχαία πόλη στο Καρπενήσι. Άρθρο του Γιώργου Α. Τσιάκαλου, από την έντυπη έκδοση

άρθρο από την έντυπη έκδοση

Γράφει ο Γιώργος Α. Τσιάκαλος*

Η ανάδειξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς του Καρπενησίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαχρονική ιστορική ταυτότητα της πόλης. Σε αυτό το πλαίσιο η επισήμανση του λόφου του Αγίου Δημητρίου ως τόπο ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος αποτελεί κομβικό σημείο. Σε απόσταση περίπου 400 μέτρων νοτιανατολικά του ιστορικού κέντρου της πόλης αποτελεί, με την πάροδο των ετών και τη συνεχή οικοδομική επέκταση, τμήμα ουσιαστικό του αστικού ιστού. Ο εν λόγω λόφος με ύψος 979,68 μ., δεσπόζει στο κέντρο μιας στενής - αλλά εκτεταμένης για το ορεινό ανάγλυφο της Ευρυτανίας - πεδιάδας. Στα νότια του λόφου διασχίζει την κοιλάδα ο ποταμός Καρπενησιώτης. Η διαμόρφωση του τοπίου προσδίδει στο λόφο στρατηγική σημασία, καθώς ελέγχει την εύφορη έκταση περιμετρικά του, λειτουργώντας παράλληλα ως παρατηρητήριο για τις πλαγιές των βουνών που την περιβάλλουν.agios-dimitris-lofos1

Τα πλεονεκτήματα που συγκεντρώνει η θέση ευνόησαν την ανθρώπινη εγκατάσταση ήδη από την αρχαιότητα. Το γεγονός, πως ο λόφος ήταν γνωστός και ως Παλιόκαστρο, φανερώνει την ύπαρξη οχύρωσης εν είδει ακροπόλεως στην κορυφή του. Ο επιστάτης αρχαιοτήτων Αθανάσιος Ιατρίδης (1838-1843) αναφέρει την ύπαρξη στην κορυφή του λόφου ίχνη ασβεστόκτιστου πύργου και άλλα τοιαύτα λείψανα, καθώς και στη βορειοδυτική πλευρά κυρίως, πλήθος τετριμμένων κεράμων και πιθαριών. Ο αρχαιολόγος Γ. Εμμανουηλίδης που ερεύνησε την τοποθεσία την περίοδο 1968-69, συγκέντρωσε αρκετά ευρήματα, όπως 30 σκοτεινόχρωμα και ανοιχτόχρωμα μινύεια όστρακα (πήλινα θραύσματα αγγείων) που προέρχονται από το προϊστορικό ελληνικό φύλλο των Μινύων που άκμασε με κέντρο τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Είτε πρόκειται για εισαγωγές ή για ντόπια απομίμηση, η γενική εικόνα είναι, πως γύρω από το λόφο του Αγίου Δημητρίου αναπτυσσόταν μια ζωηρή κοινωνία που διατηρούσε ανοικτές εμπορικές επαφές με σημαντικά κέντρα της ελληνικής αρχαιότητας. Σε αυτό συνηγορούν και τα επιπλέον ευρήματα, που προσθέτει ο Εμμανουηλίδης, εγχάρακτων χειροποίητων αγγείων, λίθινα εργαλεία, όπως πριόνι και μυλόπετρες αλλά και όπλα, όπως πέλεκυς και τρείς λίθινες αιχμές βελών και μιας μεταλλικής. Με αυτά τα δεδομένα καταλήγει στα συμπεράσματά του, για τον εμφανή πολεμικό και κυνηγετικό χαρακτήρα απασχόλησης των κατοίκων ενώ τα γεωργικά εργαλεία, όπως οι δύο λίθινες μυλόπετρες προδίδουν την ανάπτυξη γεωργικών καλλιεργειών στην πεδιάδα του Καρπενησιώτη.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, ένας εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο ναΐσκος, στη θέση του οποίου δε θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη αρχαίου ναού. Το πλάτωμα της κορυφής έκτασης περίπου 4 στρωμάτων θα πρέπει να φιλοξενούσε την ακρόπολη. Σε αυτό συνηγορούν, τόσο οι αναφορές του Ιατρίδη περί της ύπαρξης πύργου, όσο και μεταγενέστερα του Εμμανουηλίδη, περί ιχνών οχυρωματικού περιβόλου της ακρόπολης, αλλά και η λαϊκή ονομασία Παλιόκαστρο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαμόρφωση γύρω από το ναό στα νεότερα χρόνια περιβόλου και αναλημμάτων, έχουν εξαφανίσει ενδεχομένως τα ίχνη οχύρωσης ή αυτά του πύργου που αναφέρθηκαν και δεν τα διακρίνουμε εύκολα. Παρ’ όλα αυτά, στο μεσαίο τμήμα του πλατώματος και από τα νότια προς τα δυτικά διατρέχουν την κορυφή ογκώδεις φυσικοί βράχοι στο ενδιάμεσο των οποίων διακρίνουμε σε δύο θέσεις παχείς λιθοσωρούς από μικρούς ακατέργαστους λίθους, που είναι πολύ πιθανόν να ανήκαν σε τμήματα αρχαίου τείχους που συνεχιζόταν σε όλο το μήκος του πλατώματος.

Η παρατήρηση ακόμη σε ορισμένα σημεία στα νότια, πίσω από το ναό, δομημένων μετόπων λίθων ενισχύουν τις υποθέσεις ύπαρξης οχύρωσης (Πορτελάνος 1998). Οπωσδήποτε όμως, θα αποτελούσαν μια προσθήκη τεχνητής οχύρωσης συμπληρώνοντας τη φυσική άμυνα που προσέφεραν οι βράχοι. Άλλωστε, η μεγάλη κλίση που παρουσιάζουν οι κλιτύες (πλαγιές) του λόφου, ιδίως στα δυτικά και νοτιοανατολικά εξασφάλιζαν επιπλέον φυσική άμυνα σε περίπτωση προσβολής. Η παρατήρηση αρχαίων κεραμιδιών και θραυσμάτων πήλινων αγγείων κλασικής και ελληνιστικής εποχής, που αναφέρει ο ερευνητής Πορτελάνος ο οποίος βρέθηκε στο λόφο, είναι δύσκολη εξαιτίας της πυκνής βλάστησης που καλύπτει το πεδίο. Η ανακάλυψη όμως κιβωτιόσχημου, πιθανώς γεωμετρικού τάφου, στην αυλή Γυμνασίου στο Καρπενήσι πριν τριάντα περίπου χρόνια (Dorm 1987, Γκιόλιας 1992), όπως και η αναφορά για την ύπαρξη τάφων στην πεδιάδα, που κάνει ο Άγγλος περιηγητής Woodhouse το 1896-97, ενισχύουν την άποψη περί μιας ανεπτυγμένης αστικής συγκρότησης γύρω από το λόφο του Αγίου Δημητρίου, με πιθανότερη θέση τη βόρεια και βορειανατολική πλευρά του λόφου (όπως ακριβώς και σήμερα).

Η διάνοιξη του ελικοειδούς αγροτικού δρόμου προς την κορυφή περίπου το 1970, έφερε στο φως σπήλαιο με σταλακτίτες, το οποίο σφραγίστηκε για λόγους ασφαλείας και μελλοντικής έρευνας. Η ανακάλυψη μιας συλλογής χρυσών γυναικείων κυρίως κοσμημάτων σε μια τέτοια κοιλότητα του εδάφους του Αγίου Δημητρίου τη δεκαετία του 1930, η οποία εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με την ονομασία «θησαυρός του Καρπενησίου», δωρεά της Ελένης Σταθάτου, με τα ευρήματα να χρονολογούνται μεταξύ 4ου και 2ου αιώνα π. Χ. επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας ακμάζουσας κοινωνικής ελίτ, η οποία απολάμβανε τα αγαθά της ισχυρής Αιτωλικής Συμπολιτείας που ανήκε η αρχαία Ευρυτανία και συνακόλουθα την αρχαιολογική και ιστορική σπουδαιότητα του λόφου (σ.σ. διαβάστε περισσότερα εδώ)thisauros-karpenisiou1

Έχοντας ως δεδομένο, ότι λόγω του ορεινού αναγλύφου της περιοχής, οι κύριοι οδικοί άξονες δε θα ήταν διαφορετικοί στην αρχαιότητα σε σχέση με σήμερα, ο λόφος του Αγίου Δημητρίου και η κοινωνία που αναπτυσσόταν στις υπώρειές του είχαν το ρόλο ενός εμπορικού και στρατηγικού κόμβου από τη Φθιώτιδα προς την Αιτωλία. Ανήκοντας οι Ευρυτάνες στη φυλετική οικογένεια του αιτωλικού έθνους, όπως μαρτυρούν αρχαίοι συγγραφείς (Θουκυδίδης 3.94.5) και δεδομένης της ομοιότητας της οχύρωσης του Αγίου Δημητρίου με άλλες θέσεις της γειτονικής περιοχής του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία που κατοικούσαν οι συγγενείς τους Αιτωλοί Αγραίοι, η αναγνώριση του Καρπενησίου ως ένα σημαντικό οχυρό κέντρο της αρχαιότητας είναι κάτι παραπάνω ως δεδομένη.

Με την παράθεση αυτών των στοιχείων, η τοποθεσία – και κατ’ επέκταση το Καρπενήσι - βάζει πολύ ισχυρή υποψηφιότητα για να ταυτιστεί με την αρχαία Οιχαλία, που αναφέρει ο γεωγράφος Στράβωνας (10.1.10), ως τη σημαντικότερη πόλη των Ευρυτάνων, κάτι στο οποίο συνηγορούν και αρκετοί άλλοι μελετητές, όπως μεταξύ άλλων ο Πουκεβίλ (1820-21) και ο Woodhouse (1896-97). Αν μη τι άλλο, η περαιτέρω αρχαιολογική έρευνα του λόφου επιφυλάσσει περισσότερες πειστικές απαντήσεις στις αρχικές υποθέσεις, με τη σύγχρονη πόλη να αγωνιά να ανακαλύψει ένα γοητευτικό κομμάτι της ταυτότητάς της.


*Ο Γιώργος Α. Τσιάκαλος ειναι Ιστορικός - Αρχαιολόγος

(ΠΕ Δ. Καρπενησίου)