Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo


Η πολιτισμική διάσταση της μετανάστευσης. Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα, από την έντυπη έκδοση

άρθρο από την έντυπη έκδοση

Ολοκληρώνοντας την αναφορά στο προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα, την οποία ξεκινήσαμε προ δύο εβδομάδων, σήμερα θα παρουσιάσουμε τις πολιτισμικές πτυχές του. Πρόκειται για τον κύριο λόγο ανησυχίας και αξίζει τον κόπο να εξεταστεί η επιστημονική - ψυχολογική θεώρησή του.874

Σε όλες τις χώρες που αντιμετωπίζουν εισροή μεταναστών υπάρχει έντονος διάλογος γύρω από τις πολιτισμικές συνέπειες αυτής της μετακίνησης. Στις ΗΠΑ, λόγου χάριν, υπάρχει μια προφανής ανησυχία, η οποία εκφράζεται ήδη ανοιχτά από τον Τραμπ, για τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι μετανάστες, (η πλειοψηφία των οποίων δεν μιλά αγγλικά, είναι έγχρωμοι και προέρχονται από χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου εκτός Ευρώπης), θα προσαρμοστούν πολιτισμικά, και πώς θα μεταλλάξουν την νέα τους χώρα.

Στη Δυτική Ευρώπη, υπάρχουν παρόμοιες ανησυχίες σχετικά με τις πολιτιστικές προσαρμογές του μεγάλου αριθμού των μεταναστών που έρχονται στην ιουδαιο-χριστιανική ήπειρο από τον ισλαμικό κόσμο. Επίσης στην Ιαπωνία, μια χώρα όπου η φυλετική και πολιτισμική ομοιογένεια εμπλέκεται βαθιά στην δημιουργία της πολιτιστικής ταυτότητας, υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της αύξησης της μετανάστευσης από την Ταϊλάνδη, την Κορέα, την Κίνα, τις Φιλιππίνες και τη Νότια Αμερική.

Λόγω της ολοένα και μεγαλύτερης ευκολίας μετακίνησης και της επέκτασης των τεχνολογιών επικοινωνίας, φαίνεται ότι η μετανάστευση δεν είναι πλέον δομημένη γύρω από την «οριστική ρήξη» με τη χώρα καταγωγής που χαρακτήριζε κάποτε την υπερωκεάνια εμπειρία. Οι μετανάστες σήμερα είναι πιο πιθανό να είναι ταυτόχρονα και «εδώ» και «εκεί» - γεφυρώνοντας ολοένα και περισσότερο τους ακαθόριστους εθνικούς χώρους και μεταλλάσσοντας, κατά τη διαδικασία, και τις δύο πατρίδες τους.

Για μεγάλο αριθμό των παιδιών των μεταναστών σήμερα το «δυτικό» πρότυπο αναφοράς δεν είναι και το κυρίαρχο. Αντίθετα αντικαθίσταται από την δομή του πολιτισμού και της μικροκοινωνίας των εθνοτικών μειονοτήτων, καθώς οι μετανάστες συνήθως περιθωριοποιούνται και ζουν σε ένα δικό τους "κλειστό πολιτισμικό κέλυφος" το οποίο πολλές φορές οριοθετείται και στον χώρο.

Θεωρώντας ότι η πολιτισμική διάσταση της μετανάστευσης είναι ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του φαινομένου, που επηρεάζει τον τρόπο ζωής τόσο των μεταναστών όσο και των πολιτών στις χώρες υποδοχής, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στον όρο «επιπολιτισμός» που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την δεκαετία του 1930.

Ο κλασικός ορισμός του «επιπολιτισμού» παρουσιάστηκε από τους Redfield, Linton, και Herskovits (1936, σ. 149): «Ο επιπολιτισμός περιγράφει τα φαινόμενα που προκύπτουν όταν ομάδες ατόμων με διαφορετικές κουλτούρες έρχονται σε συνεχή επαφή προκαλώντας αλλαγές στα αρχικά πολιτισμικά μοτίβα της μιας ή και των δύο ομάδων». Παρά το γεγονός ότι ο «επιπολιτισμός» είναι ένας κατ’ ουσίαν ουδέτερος όρος (δηλαδή, η αλλαγή μπορεί να συμβεί και στις δύο ομάδες), στην πράξη οι αλλαγές επισυμβαίνουν στη μία από τις δύο.

Υπάρχουν πολλά είδη πολιτισμικών ομάδων στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες και η ποικιλία τους οφείλεται πρωταρχικά σε τρεις παράγοντες: την ελεύθερη βούληση, την κινητικότητα και τη μονιμότητα. Οι παράγοντες αυτοί οφείλονται στα εξής αίτια: Μερικές ομάδες εισέρχονται στη διαδικασία του επιπολιτισμού οικειοθελώς (π.χ. μετανάστες), ενώ άλλες χωρίς να ερωτηθούν (π.χ. πρόσφυγες ή οι αυτόχθονες πληθυσμοί).

Άλλες ομάδες έρχονται σε επαφή, επειδή έχουν μεταναστεύσει σε μια νέα χώρα (π.χ. μετανάστες και πρόσφυγες), ενώ άλλες είδαν το νέο πολιτισμό να τους παρουσιάζεται (π.χ. αυτόχθονες και «εθνικές μειονότητες»). Και τρίτον, μεταξύ εκείνων που έχουν μεταναστεύσει, ορισμένοι επιδιώκουν μόνιμη εγκατάσταση (π.χ. μετανάστες), ενώ για κάποιους άλλους, η κατάσταση είναι προσωρινή (π.χ. πάροικοι, όπως φοιτητές και εποχικοί εργάτες, ή αιτούντες άσυλο που μπορεί τελικά να απελαθούν).

Παρ’ όλη όμως την ύπαρξη αυτών των παραλλαγών των παραγόντων που οδηγούν σε επιπολιτισμό, το κύριο συμπέρασμα είναι ότι η βασική διαδικασία προσαρμογής φαίνεται να είναι κοινή σε όλες αυτές τις ομάδες. Αυτό που διαφέρει είναι η πορεία, το επίπεδο δυσκολίας, και σε κάποιο βαθμό η τελική έκβαση του επιπολιτισμού.

Μερικές φορές υπάρχει αυξημένο "ταίριασμα" μεταξύ του επιπολιτιζόμενου ατόμου και του νέου πλαισίου (π.χ. όταν εφαρμόζονται στρατηγικές αφομοίωσης ή ενσωμάτωσης και όταν στην κυρίαρχη κοινωνία υπάρχουν τάσεις αποδοχής του). Μερικές φορές, όμως, η προσαρμογή δεν επιτυγχάνεται (όπως στις περιπτώσεις διαχωρισμού/διάκρισης και περιθωριοποίησης) και οι ομάδες αντιπαρατίθενται σε ένα συγκρουσιακό μοτίβο, με αποτέλεσμα να βιώνεται το λεγόμενο «επιπολιτιστικό στρες» ή να εμφανίζονται ψυχοπαθολογικά φαινόμενα.

Στην πρόσφατη βιβλιογραφία για την ψυχολογική προσαρμογή στον επιπολιτισμό, γίνεται διάκριση μεταξύ ψυχολογικής και κοινωνικοπολιτισμικής προσαρμογής. Η πρώτη αναφέρεται σε ένα σύνολο εσωτερικών ψυχολογικών αποτελέσματων, συμπεριλαμβανομένης της σαφούς αίσθησης προσωπικής και πολιτιστικής ταυτότητας, της καλής ψυχικής υγείας, καθώς και της επίτευξης προσωπικής ικανοποίησης στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο.

Η δεύτερη είναι ένα σύνολο εξωτερικών ψυχολογικών αποτελεσμάτων που συνδέουν τα άτομα με το νέο τους πλαίσιο, και περιλαμβάνει την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τα καθημερινά προβλήματα, ιδιαίτερα στους τομείς της οικογενειακής ζωής, την εργασία και το σχολείο.

Επίσης πρόσφατα έχει εισαχθεί ένα νέο προσαρμοστικό αποτέλεσμα: πρόκειται για την οικονομική προσαρμογή. Αυτή αναφέρεται στο βαθμό στον οποίο επιτυγχάνεται η επαγγελματική αποκατάσταση, και στο κατά πόσο η προσφερόμενη εργασία είναι ικανοποιητική και αποτελεσματική στην νέα κουλτούρα.

Στο σημείο αυτό θα κλείσουμε αυτή την όσο το δυνατόν πιο "ουδέτερη" αναφορά στο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας που είναι η προσφυγική κρίση. Όπως είδαμε και την προηγούμενη εβδομάδα, πρόκειται για ένα παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο, με συγκεκριμένες δράσεις και αντιδράσεις και όσο πιο πολύ το κατανοήσουμε τόσο πιο πιθανό είναι να το αντιμετωπίσουμε ευκολότερα.