Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

ev media-logo

Περί πίστεως, ορθοδόξου και μη…

prousos monastiri

Πέρασε και ο Δεκαπενταύγουστος, αύριο είναι η γιορτή της Προυσιώτισσας, το καλοκαιράκι, αν και ακόμα κρατάει άμυνα, οδεύει προς το τέλος του.

Σύντομα θα αρχίσουν οι βροχές, τα κρύα, το ακριβό πετρέλαιο, οι διαδικασίες για το μάζεμα των καυσόξυλων, τα παράπονα για τη φετινή στάση του Δασαρχείου και ούτω καθ' εξής.

Η πλατεία σιγά – σιγά θα ερημώσει ξανά, αναμένοντας την κίνηση των χειμερινών επισκεπτών, οι οποίοι μάλλον φέτος θα είναι λιγότεροι.

Το βουητό των παραθεριστών θα εκλείψει σύντομα· ήδη από το ερχόμενο σαββατοκύριακο. Το ρεύμα του θρησκευτικού τουρισμού θα μειωθεί, όπως γίνεται κάθε χρόνο, για να ζωντανέψει ξανά κοντά στα Χριστούγεννα, πάλι το Πάσχα και πάει λέγοντας.

Τι είναι όμως άραγε αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ξεσπιτώνονται καλοκαιριάτικα και να ανεβαίνουν στα κακοτράχαλα βουνά του Προυσού, για να προσκυνήσουν την Παναγία; Τι είναι αυτό που τους σπρώχνει να μπαίνουν στα καράβια και να υπομένουν τα αυγουστιάτικα μελτέμια για να πάνε στην Τήνο;

Οπωσδήποτε δεν το κάνουν για να δουλέψουν τα ενοικιαζόμενα και οι ταβέρνες, αν και αυτό δεν ενοχλεί καθόλου τους ιδιοκτήτες τους!

Πρόκειται μάλλον για μια εσωτερική ανάγκη που σπρώχνει τους ανθρώπους να ψάχνουν για ένα αποκούμπι, κάποια δύναμη την οποία μπορούν να εμπιστευτούν και στην οποία μπορούν να αποθέσουν τις ελπίδες τους για την καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής τους. Και όσο δυσκολότερες οι συνθήκες, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για την εξεύρεση αυτής της εναλλακτικής, πνευματικής δυνατότητας για καταφυγή.

Και φυσικά η Παναγία, με τα τόσα της επίθετα και την ανθρώπινη υπόστασή της, με την αίγλη της μητρικής αγάπης που την περιβάλλει, είναι  ο καλύτερος αποδέκτης των προσευχών, της απόγνωσης, των πιο απόκρυφων αιτημάτων.

Έχει όμως άραγε καμιά βάση αυτή η τάση; Ή μήπως είναι απλή εξωτερίκευση των μύχιων πόθων μας; Τα "πατήματα της Παναγίας" είναι άραγε πραγματικά "σημεία" της Θείας Βούλησης, ή απλώς ένα παράδοξο γεωλογικό φαινόμενο; Η απάντηση είναι σίγουρα τόσο περίπλοκη και πολυδιάστατη όσο και οι άνθρωποι που την αναζητούν!

Ο μόνος τρόπος να προσεγγιστεί είναι η πίστη. Αυτή η ανθρώπινη εκδήλωση η οποία σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο (προς Εβραίους επιστολή) αποτελεί την "υπόσταση των ελπιζομένων" και τον "έλεγχο  των ου βλεπομένων πραγμάτων". Η πίστη είναι ο μοναδικός δρόμος προς τη σωτηρία και την επίτευξη πραγμάτων που δεν μπορεί να δικαιολογήσει η ανθρώπινη λογική.

Άνθρωποι έχουν γιατρευτεί, ογκόλιθοι έχουν μετακινηθεί, με μόνο μέσον την πίστη, για την οποία ο Απόστολος επισημαίνει: «διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας...»

Σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό, πίστη, είναι η βεβαιότητα κάποιας ή κάποιου για την αλήθεια ενός ισχυρισμού, ανεξάρτητα αν η βεβαιότητα αυτή είναι δικαιολογημένη ή όχι. Στην περίπτωση που η βεβαιότητα είναι δικαιολογημένη μιλάμε για γνώση και όχι για πίστη.

Στα πλαίσια της θρησκείας, η έννοια της πίστης ταυτίζεται με τη βεβαιότητα της ύπαρξης ενός ανώτερου όντος, του Θεού. Αν και η πίστη αυτή προέρχεται από τον χώρο του υπερφυσικού, διάφοροι φιλόσοφοι επιχείρησαν κατά καιρούς να αποδείξουν την ύπαρξη του υπέρτατου όντος.

Έτσι προέκυψε η διατύπωση της οντολογικής, της κοσμολογικής και της τελεολογικής απόδειξης, καθώς και της προκαθορισμένης αρμονίας του Γερμανού φιλόσοφου Λάιμπνιτς. Όμως όπως ισχυρίστηκε αργότερα ο Καντ (στο έργο του «Κριτική του καθαρού λόγου»), κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι άτρωτο στην κριτική.

Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε με την εμπειρία, ούτε με τη λογική, συνεπώς η θρησκεία θα πρέπει από αλλού να αντλήσει τη βεβαιότητα για την ύπαρξη του Θεού.

Η πηγή αυτή είναι η διαίσθηση ή η ενόραση, η οποία βεβαιώνει για την ύπαρξη του Θεού, χωρίς όμως να παρέχει έγκυρα γνωστικά στοιχεία που να μπορούν να ελεγχθούν από την εμπειρία ή τη λογική.

Άρα, η ύπαρξη του Θεού βεβαιώνεται αποκλειστικά και μόνο από την πίστη.

Αυτή η διάσταση ανάμεσα στην αποδεδειγμένη γνώση και την ενορατική πίστη, αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί "ες αεί" γόνιμο έδαφος για φιλοσοφικές και γνωσιολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι άνθρωποι που διαθέτουν πίστη, έχουν ένα ακόμη όπλο στη φαρέτρα τους για να αντιμετωπίσουν προβλήματα που σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρούσαν ανυπέρβλητα.

Κι έτσι, για όλα τα επόμενα χρόνια οι πιστοί θα εξακολουθούν να συρρέουν για να προσκυνήσουν την Παναγία, άλλοτε με περίσσευμα και άλλοτε με έλλειμμα πίστεως, αναλόγως με την ατομική ψυχική τους διάθεση, πάντοτε όμως με μια μόνιμη απορία και το προσήκον δέος, το οποίο δεν προέρχεται μόνο από το επιβλητικό τοπίο στο οποίο είναι χτισμένο το μοναστήρι.

Κατά συνέπεια, για το μέγεθος της πίστης του καθενός δεν πέφτει λόγος σε κανέναν.

Υπάρχει όμως κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα κακεντρεχές αλλά δικαιολογημένο σκωπτικό μειδίαμα κι αυτό είναι η αντίδραση κάποιων πιστών ορθοδόξων "θρησκευτικών τουριστών", όπως εκείνη που περιέγραψε σε ένα συνέδριο ο π. Δοσίθεος, από την Τατάρνα:

Όταν, ένα Πάσχα, ο ηγούμενος ανακοίνωσε περιχαρής, τείνοντας το χέρι "Χριστός Ανέστη", εκείνοι ανταπάντησαν ευγενέστατα "Επίσης"!!!