Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

ev media-logo


Το πρόβλημα της παραπαιδείας. Διαβάστε το νέο, επίκαιρο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Μια παλιότερη έρευνα της ΓΣΕΕ είχε δείξει ότι οι Ευρυτάνες δαπανούν 7,2 εκατ. ευρώ το χρόνο σε φροντιστήρια και έξοδα υπηρεσιών παιδείας. Όταν δημοσιοποιήθηκε τότε, δημιουργήθηκε μεγάλος σάλος στα τοπικά μέσα ενημέρωσης καθώς η είδηση αυτή οδήγησε στην εύκολη λύση της εξεύρεσης του αποδοπομπιαίου τράγου, που είναι ο εκπαιδευτικός, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την βεβιασμένη αντίδραση των τοπικών συνδικαλιστικών φορέων, με τον γνωστό ξύλινο λόγο και την περιχαράκωση πίσω από επίσης εύκολους αφορισμούς.

frontistiria-paidia

Λόγω του ότι την περίοδο αυτή τα παιδιά δίνουν και πάλι τον πρώτο μεγάλο αγώνα της ζωής τους, συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, θα πρέπει να επισημάνουμε την εντυπωσιακά ιδιαίτερη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτά και τους καθηγητές τους στα φροντιστήρια. Είναι αυτοί στους οποίους θα απευθυνθούν με την πρώτη ευκαιρία τόσο για να τους ανακοινώσουν το «πώς έγραψαν» όσο και να πληροφορηθούν τις εναπομείνασες προοπτικές τους.

Βέβαια τα αίτια δεν ερμηνεύονται τόσο απλά: ούτε οι στα δημόσια σχολεία έγιναν άχρηστοι και ανίκανοι, ούτε οι καθηγητές των φροντιστηρίων άψογοι και ιδανικοί επαγγελματίες. Δεν φταίει μόνο το απρόσωπο κράτος αλλά ούτε και μόνο οι λειτουργοί του. Η όλη κατάσταση οφείλεται σε ένα πλέγμα οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου και σιγά - σιγά έγιναν η Λερναία Ύδρα που πνίγει κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος εν τω γεννάσθαι.

Με στόχο να εξεταστεί μόνο μία παράμετρος του ζητήματος, θα κατατεθεί εδώ μια περίπτωση από την οποία γίνεται καταφανέστατος ο τρόπος που τα αλληλοδιαπλεκόμενα οικονομικά συμφέροντα ακύρωσαν μια εξαιρετική προσπάθεια παροχής δωρεάν εκπαίδευσης. Προ δεκαετίας, λοιπόν, αποφασίστηκε να εισαχθεί στα δημοτικά σχολεία, η διδασκαλία των Αγγλικών, ως ξένης γλώσσας. Εξαιρετική κίνηση, δίχως άλλο, καθώς τουλάχιστον 500 ευρώ ετησίως ξοδεύονται επί 7 χρόνια για την απόκτηση του Λόουερ. Ξεκίνησε λοιπόν δοκιμαστικά η διαδικασία. Μέσα σε 3 μόλις χρόνια εφαρμογής, τα παιδιά άρχισαν να εγκαταλείπουν τα φροντιστήρια, αφού διδάσκονταν στο σχολείο τρεις ώρες την εβδομάδα, ακριβώς όσες και στο φροντιστήριο. Κανονικά, αφού η γλώσσα εισήχθη στην Τετάρτη Δημοτικού, μέχρι την Τρίτη Γυμνασίου τα παιδιά έπρεπε να είχαν φτάσει στο ίδιο επίπεδο. Εν τούτοις κάθε άλλο παρά αυτό έγινε.

Ενώ δηλαδή το πιλοτικό πρόγραμμα πέτυχε, μόλις εφαρμόστηκε σε ολόκληρη τη χώρα, οι φωστήρες του Υπουργείου Παιδείας άλλαξαν τα βιβλία! Διάλεξαν τέτοια που να είναι πολύ δύσκολα στην Τετάρτη Τάξη και πολύ εύκολα στις επόμενες. Κατά συνέπεια τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν να πηγαίνουν φροντιστήριο για να μπορούν να συνεχίσουν με το ρυθμό που έπρεπε... Η επιλογή των βιβλίων φυσικά δεν ήταν τυχαία. Έγινε από αθρώπους που είχαν διασυνδέσεις με τους ιδιοκτήτες φροντιστηρίων, οι οποίοι έπαιρναν τις εγκυκλίους του Υπουργείου, νωρίτερα από τα ίδια τα σχολεία! {div float:right}{module Google (Τετράγωνο 300χ250 κειμενο)}{/div}

Από την άλλη ποιος θα τολμούσε να τα βάλει με τους χιλιάδες εργαζόμενους στα φροντιστήρια, και μάλιστα σε προεκλογική εποχή που τότε επέρχονταν; Πόσες οικογένειες θα έμεναν άνεργες άραγε αν ξαφνικά όλα τα φροντιστήρια Αγγλικών έκλειναν;

Όμως σίγουρα, την αγωνία των γονέων και των παιδιών τους που βρίσκονται έρμαια του συστήματος την βιώνουμε όλοι. Όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι τα σχολεία κλείνουν (!) για την Τρίτη Λυκείου από τις αρχές Μαΐου, ώστε να μπορέσουν οι μαθητές να προετοιμαστούν απερίσπαστοι για τις Πανελλήνιες, τότε σίγουρα κάποια ευθύνη φέρουν και οι ίδιοι οι διδάσκοντες. Αυτό φυσικά δεν γίνεται στην μικρή μας πόλη, είναι όμως κοινή πρακτική στην Αθήνα και αλλού.

Όσο για την κατηγορία ότι οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν περιορισμένη ικανότητα στο να μεταδώσουν τη γνώση στους μαθητές τους, το σίγουρο είναι ότι οι ίδιοι είναι οι τελευταίοι που πρέπει να κατηγορηθούν. Υπάρχουν καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οι οποίοι αποφοιτώντας από τη σχολή τους, δεν έχουν παρακολουθήσει ούτε ένα, έστω, μάθημα παιδαγωγικού περιεχομένου. Οι καθηγητές μας σήμερα μπαίνουν στην τάξη και διδάσκουν με τον τρόπο που τους δίδασκαν οι δικοί τους καθηγητές, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν. Κανείς δεν τους έχει μιλήσει για τις θεωρίες του εποικοδομισμού και των τρόπων πρόσκτησης των γνώσεων. Δεν έχουν ακούσει καν για τον Πιαζέ, τον θεμελιωτή της παιδαγωγικής επιστήμης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η μετεκπαίδευση και τα σεμινάρια θεωρούνται είδος πολυτελείας στο χώρο της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συχνά με ευθύνη των ίδιων των συνδικαλιστών τους.

Σήμερα που οι νέοι βομβαρδίζονται με γνώσεις πανταχόθεν, πολύ δύσκολα μαντρώνονται σε τέσσερις τοίχους για να ακούσουν τη «σοφία» που θα τους προσφερθεί «άνωθεν».

Δεν είναι τυχαίο που οι έφηβοι, όντας δέκτες αυτού που αποκαλείται «μήνυμα» δεν μπορούν να το λάβουν καθώς ο «πομπός», εκπέμπει σε κώδικες εντελώς διαφορετικούς από αυτούς που μπορούν να κατανοήσουν. Χρειάζεται πολύ ταλέντο και μεράκι για να υπερπηδηθούν αυτά τα εμπόδια και σίγουρα αυτό δεν μπορείς να το απαιτήσεις από το σύνολο του εκπαιδευτικού κόσμου. Γι’ αυτό το μόνιμο μότο των εφήβων είναι «δεν καταλαβαίνω τον καθηγητή μου». Φυσικά είναι πολλοί αυτοί που μοχθούν για το καλύτερο. Εντούτοις, έτσι αποσπασματικά και δίχως σύστημα δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει αποτέλεσμα.

Πέρα λοιπόν από την ευθύνη της Πολιτείας για την υπάρχουσα κατάσταση, πέρα από την απαξίωση των ίδιων των εμπλεκομένων για το έργο τους, έρχεται και το κοινωνικό στερεότυπο που υποστηρίζει ότι «δεν περνάς στο Πανεπιστήμιο, αν δεν πας φροντιστήριο».

Είναι ακριβώς η ίδια νοοτροπία που μας οδηγεί στο να δίνουμε φακελάκια στους γιατρούς, να λαδώνουμε τους Δημοσίους Υπαλλήλους και να τους κατηγορούμε ύστερα ότι μας κλέβουν.

Δυστυχώς όμως εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε και τον οποίο πολλές φορές πληρώνουμε ακριβά, οποιαδήποτε έννοια κι αν δώσουμε στη φράση...