Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

ev media-logo

Απάντηση σε άρθρο «Παρά-μιλώντας για την παραπαιδεία» του Διον. Παρούτσα. Γράφει ο Γιάννης Τασιόπουλος, φιλόλογος-φροντιστής

Αξιότιμε κ. Διευθυντά, αξιότιμε κ. Παρούτσα,

η παρούσα επιστολή – παρέμβαση αφορά στο κείμενο με τίτλο «Το πρόβλημα της παραπαιδείας» της εξαιρετικής στήλης «Η Τρίτη ματιά», που επιμελείται ο κ.Παρούτσας στην έγκριτη εφημερίδα σας, και στο φύλλο της Τετάρτης 29 Μαΐου 2013. [Μπορείτε να διαβάσατε το άρθρο του Διονύση Παρούτσα ΕΔΩ]

frontistirioo

Ο πρώτος λόγος που με έκανε να γράψω αυτήν την επιστολή είναι ο τίτλος του άρθρου, ο οποίος «θεματοποιεί» κι εμένα ως εκπαιδευτικό που μετέχει της «παρα-παιδείας» (με τον τρόπο που χρησιμοποιείται ο όρος στον τίτλο του άρθρου) και με περιγράφει σαν πρόβλημα.

Ο δεύτερος λόγος είναι η ποιότητα και το ήθος του ανθρώπου, του δασκάλου, του σκεπτόμενου κοινωνικού αναλυτή, κ. Παρούτσα, που με κάνει να πιστεύω ότι η «συζήτηση» μαζί του δεν είναι χωρίς σημασία.

Όσα λέει ένας τίτλος

Ο τίτλος που επιλέχτηκε για το κείμενο είναι «επιδραστικός» και δείχνει τόσο το κοινό στο οποίο απευθύνεται όσο και τον στόχο του: πολίτες – «θύματα» της «παρα-παιδείας» (όχι της «παιδείας»), που (δεν επιλέγουν) σύρονται στα φροντιστήρια, τα οποία υποκαθιστούν (δεν συμπληρώνουν) τη δημόσια εκπαίδευση, συνεργαζόμενα με όρους διαφθοράς μαζί της! («…από ανθρώπους που είχαν διασυνδέσεις με τους ιδιοκτήτες [όλους;] φροντιστηρίων, οι οποίοι έπαιρναν τις εγκυκλίους του Υπουργείου νωρίτερα από τα ίδια τα σχολεία! »-Δ. Παρούτσας).

Υπήρχε, βέβαια, περίπτωση – για τις αποδεδειγμένες ικανότητες γραφής του συντάκτη του – το νόημα του τίτλου να ήταν ειρωνικό, να αμφισβητούσε, δηλαδή, τον στερεοτυπικό, κοινότοπο, αποπροσανατολιστικό και κακοπαθημένο από ποικίλους λαϊκισμούς (πολιτικούς, δημοσιογραφικούς, εκπαιδευτικούς) όρο «παραπαιδεία». Θα μπορούσε να αξιολογεί το βαθμό μετάθεσης ευθυνών, την προβολή του «εσωτερικού» εχθρού σε εχθρούς γύρω μας ή απέναντί μας, που κρύβει ο απαξιωτικός αυτός χαρακτηρισμός, να πλήττει τον λαϊκισμό στην καρδιά του, αντί να πέφτει μέσα σ’ αυτόν.

Οι λέξεις και τα πράγματα

Αυτό, όμως, θα προϋπέθετε τη χρήση των λέξεων με τις σημασίες που περιγράφουν τα βιβλία που μας μαθαίνουν τη γλώσσα («λεξικά») και όχι με αυθαίρετες ανα-σημάνσεις τους. Αν εμπιστευόμασταν, λοιπόν, περισσότερο τα λεξικά απ’ όσο την «ξύλινη» γλώσσα, θα μαθαίναμε ότι στο λεξικό του Μπαμπινιώτη ο όρος παραπαιδεία αναφέρεται ως καταχρηστικός για την περίπτωση των φροντιστηρίων (δηλαδή, ως χρήση υπερβολική, πέραν και έξω από την ακρίβεια της σημασίας του), ενώ, στην πραγματικότητα, αφορά στην εξω-θεσμική παιδεία, που – σύμφωνα και με το λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών/Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του ΑΠΘ – βρίσκεται σε αντιδιαστολή προς την κρατική ή την ιδιωτική εγκεκριμένη («αναγνωρισμένη», στον Μπαμπινιώτη) από το κράτος εκπαίδευση.

«Αρχή μαθήσεως ονομάτων επίσκεψις». Διαφορετικά οι σημασίες των λέξεων κινδυνεύουν από αυτό που περιγράφει ο Θουκυδίδης για τη διαστροφή τους σε καιρό εμφυλίων πολέμων. Τα φροντιστήρια, λοιπόν, είναι θεσμός εγκεκριμένος και αναγνωρισμένος από την πολιτεία, ο οποίος υφίσταται πάνω από 100 χρόνια στην Ελλάδα – και όχι μόνο σ’ αυτήν (στην Αγγλία λέγονται “Grammers”, στην Ιρλανδία “Grid Schools”, στη Γαλλία «Soutien Scolaire», στη Γερμανία “Nachhilfe”, στην Ιταλία «Preparatione Universitaria», στην Ιαπωνία “Juku”, στην Τουρκία “Dershare”, στις ΗΠΑ «Learning Centers» … παντού στον κόσμο). Γιατί; Γιατί οι κοινωνίες - και οι (ώριμοι και υπεύθυνοι) πολίτες του κόσμου - έχουν αναγνωρίσει για τον εαυτό τους το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιες το βαθμό της (ενισχυτικής) εκπαίδευσης και της διά – βίου παιδείας («αυτομόρφωσης») που χρειάζονται για να καλλιεργηθούν, χωρίς να περιμένουν μόνο από το κράτος να καθορίζει κάθε φορά την ποσότητα, την ποιότητα και το είδος της «ενδεικνυόμενης» εκπαίδευσης που αναλογεί σε κάθε πολίτη. Ζούμε στον 21ο αιώνα. {div float:right}{module Google (Τετράγωνο 300χ250 κειμενο)}{/div}

Τα φροντιστήρια, λοιπόν, υπάρχουν επειδή έχουν αποφασίσει για την αναγκαιότητά τους οι ίδιες οι κοινωνίες. Όχι επειδή συνωμότησαν εκπαιδευτικοί – «έμποροι» και ξεγέλασαν αφελείς πολίτες. Και, βέβαια, απλουστεύουμε, θεωρώντας ότι τα φροντιστήρια «θα κλείσουν», όταν το δημόσιο σχολείο θα αναβαθμιστεί, όταν θα γίνει ποιοτικότερο, χωρίς να κατανοούμε ότι το καλύτερο σχολείο θα κάνει ποιοτικότερη και τη λειτουργία του φροντιστηρίου . δε θα το «κλείσει». Σε κοινωνίες, μάλιστα, με διαφορετική πολιτισμική εξέλιξη, όπως οι ΗΠΑ, το κράτος δεν στοχοποιεί τα φροντιστήρια. Τα χρησιμοποιεί, τα αξιοποιεί, γιατί αναγνωρίζει τη δυναμική τους, τους όρους ποιότητας που πληρούν και οι οποίοι υπαγορεύονται από το συναγωνισμό, τη μετρήσιμη αποδοτικότητα και επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων. Είναι χαρακτηριστικό το πρόγραμμα NCLB – No Child Left Behind, που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ από το 2002 με τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην εκπαίδευση: Οι γονείς και οι μαθητές επιλέγουν – με κρατική χρηματοδότηση – δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα παρακολούθησης ενισχυτικών μαθημάτων βελτίωσης, απελευθερώνοντας την επιλογή και διατηρώντας τόσο κράτος όσο χρειάζονται και αντέχουν… Καλώς ήλθατε στον 21ο αιώνα.

Παραπαιδεία & «Παραπαιδεία»

Παραπαιδεία, ωστόσο, με τη σημασία που και στο κείμενο - χωρίς εισαγωγικά - αναφέρεται, σαφέστατα και υπάρχει έτσι εξηγείται, βέβαια, και η ύπαρξη του σχετικού λήμματος στα λεξικά. Ποια σχέση, όμως, έχουν τα νόμιμα ιδιωτικά φροντιστήρια με ‘’λαδώματα‘’ ή ‘’φακελάκια’’ σε Δημοσίους Υπαλλήλους που περιγράφονται στο κείμενο και συνδέουν την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο με τέτοιες πρακτικές διαφθοράς; Παραθέτω: «…το κοινωνικό στερεότυπο που υποστηρίζει ότι “δεν περνάς στο Πανεπιστήμιο, αν δεν πας στο φροντιστήριο”. Είναι ακριβώς η ίδια νοοτροπία που μας οδηγεί στο να δίνουμε φακελάκια στους γιατρούς, να λαδώνουμε τους Δημοσίους Υπαλλήλους και να τους κατηγορούμε ύστερα ότι μας κλέβουν» (Δ.Παρούτσας). Κι αν η αναφορά είναι γενική, επειδή θεωρείται ότι και τέτοια φαινόμενα είναι «κοινή πρακτική [μόνο] στην Αθήνα και αλλού» (Δ.Παρούτσας), γιατί συγχέονται τα νόμιμα φροντιστήρια με αυτές τις πρακτικές;

Παρα-νοήσεις

Όσοι εκπαιδευτικοί επέλεξαν να γίνουν φροντιστές, προτίμησαν να μην διεκδικήσουν μερίδιο κι αυτοί από τον κρατικό προϋπολογισμό – πόσω μάλλον να το «έχουν δίπορτο» - δημιούργησαν χώρους εκπαίδευσης, εκτέθηκαν στην κρίση και την αξιολόγηση μαθητών και γονέων που τους εμπιστεύτηκαν, με τη μεγάλη πιθανότητα να απορριφθούν, αν οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες που παρείχαν δεν είχαν τη ζητούμενη ποιότητα και τα επιθυμητά μαθησιακά αποτελέσματα. Αυτοί οι εκπαιδευτικοί δεν παρασιτούν. Κανένα νόμιμο φροντιστήριο δεν παρασιτεί, δεν πλήττει τη δημόσια οικονομία ούτε τη δημόσια παιδεία. Γι΄ αυτό τους περισσεύει η ταμπέλα του «προβλήματος»!

Ανάλογα με το πώς βλέπει κανείς το θέμα

Όσο για την έρευνα της ΓΣΕΕ, που αναφέρεται στην αρχή- αρχή του άρθρου («οι Ευρυτάνες δαπανούν 7,2 εκ ευρώ το χρόνο σε φροντιστήρια και έξοδα υπηρεσιών παιδείας»), τα αποτελέσματά της περιέχουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, ανάλογα με το πώς βλέπει κανείς το θέμα. Τα παραθέτω (στον παρακάτω πίνακα). Τα σχόλια δικά σας.

pinakas-frontistiria

Οι κίνδυνοι της απλούστευσης

«Μέσα σε 3 μόλις χρόνια εφαρμογής, [της διδασκαλίας των Αγγλικών, ως ξένης γλώσσας στα δημοτικά σχολεία], τα παιδιά άρχισαν να εγκαταλείπουν τα φροντιστήρια…», «…ποιος θα τολμούσε να τα βάλει με τους χιλιάδες εργαζόμενους στα φροντιστήρια, και μάλιστα σε προεκλογική εποχή που τότε επερχόταν; Πόσες οικογένειες θα έμεναν άνεργες αν ξαφνικά όλα τα φροντιστήρια Αγγλικών έκλειναν;» (Δ.Παρούτσας)

Θα ήθελα να ρωτήσω όσους περιγράφουν τα φροντιστήρια με τον όρο «παραπαιδεία» τα εξής:

-Πιστεύετε, στ΄ αλήθεια, ότι το κλείσιμο των φροντιστηρίων Αγγλικών συνδέεται με ζητήματα πολιτικού κόστους;

-Η αύξηση των ωρών διδασκαλίας ξένων γλωσσών στο δημόσιο σχολείο, άρα και ο διορισμός περισσότερων εκπαιδευτικών, δεν συνεπάγεται αύξηση των δημοσίων δαπανών, άρα και της φορολόγησης των πολιτών;

-Προσβλέπουμε στον «φτηνό» δημόσιο καθηγητή, από τον οποίο θα έχουμε την απαίτηση να αποδίδει όσο και ο «ακριβότερος» ιδιωτικός εκπαιδευτικός; (που μπορεί να είναι - σε διαφορετική στιγμή της καριέρας του - το ίδιο πρόσωπο!)

-Η προοπτική απόλυσης χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων και εκπαιδευτικών είναι εφιαλτική, ενώ η απόλυση χιλιάδων εργαζομένων στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών δεν είναι; (Αν πρέπει να επιλέξουμε, ας πεινάσουν οι ιδιωτικοί υπάλληλοι;)

-Όταν η γνώση παρέχεται από ιδιώτες στους πολίτες - ‘’δήμο’’, παύει να είναι «δημόσιο αγαθό»; Το περιεχόμενό του έχει να κάνει με τον φορέα;

-Θεωρείτε ότι οι φροντιστές προσποιούνται τους δασκάλους, ενώ στην πραγματικότητα είναι στυγνοί επιχειρηματίες; (Οπότε τους αρκούν τα δίδακτρα;)

-Ο επαγγελματίας φροντιστής που ενδιαφέρεται να έχει την πιο πρόσφατη ενημέρωση για τις εγκυκλίους του αρμόδιου Υπουργείου είναι διαπλεκόμενος;

-Και τι συμβαίνει όταν ο φροντιστής διορίζεται στο δημόσιο; Καθαγιάζεται; Από «τυχοδιώκτης» γίνεται «λειτουργός»;

-Ως γονείς, πού απευθυνθήκατε για να μάθουν ξένες γλώσσες τα παιδιά σας;

-Πήρατε καλές υπηρεσίες από τα φροντιστήρια στα οποία απευθυνθήκατε;

-Έμαθαν τα παιδιά σας αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά; Ή – μήπως κιόλας – αγάπησαν και τη γλώσσα; Είχε κάποια συμβολή ο φροντιστής τους σ’ αυτό; Νομίζετε ότι το καταλαβαίνει αυτό, με προσεγγίσεις περί «προβλήματος παραπαιδείας»;

Όρια κοινωνικής ευπρέπειας

«Επαγγέλλομαι» σημαίνει «υπόσχομαι». Διεκδικώ ως εκπαιδευτικός το δικαίωμα να είμαι περήφανος για την εργασία, τον κόπο, το ρόλο και την εκπλήρωση της επαγγελματικής μου υπόσχεσης στο ακέραιο. Δεν θέλω να είμαι μέρος ενός «προβλήματος» που ανακύπτει κάθε φορά που η επικαιρότητα το επιβάλλει. Αν «ο εχθρός είναι μέσα μας» («Δυστυχώς όμως εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε και τον οποίο πολλές φορές πληρώνουμε ακριβά, οποιαδήποτε έννοια κι αν δώσουμε στη φράση» (Δ.Παρούτσας) - θέση με την οποία δεν μπορώ να διαφωνήσω – να ασχοληθούμε μαζί του: εκπαιδευτικά, πολιτικά, δημοσιογραφικά. Στον επαγγελματικό μας τομέα, όμως, οι φροντιστές εκπαιδευτικοί, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να βιοποριζόμαστε, χρειαζόμαστε την «καλή μαρτυρία», που πασχίζουμε να κερδίζουμε με τη δουλειά μας. Γιατί δεν μας φέρνει η πολιτεία τους μαθητές στις αίθουσές μας. Ούτε τους φέρνουμε με το ζόρι. Μας επιλέγουν. Και κάθε χρόνο ξεκινάμε από την αρχή. Κι αυτό είναι το δικό μας αγαθό, το όνειρο, το στοίχημα και η αγωνία μας, που δε λαμβάνουν υπόψη όσοι παρα-μιλούν για την «παρα-παιδεία».

Επιλογικά

Η έκταση του κειμένου υπονομεύει την πιθανότητα να διαβαστεί… Δε γινόταν, όμως, αλλιώς. Η κρίση που πλήττει όλες τις επαγγελματικές ομάδες, πλήττει σαφώς και τα φροντιστήρια. Κουράστηκαν οι φροντιστές να παίζουν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου της «ανάλυσης» περί εκπαιδευτικής παθογένειας. Οι μέρες είναι κρίσιμες για όλους. Η δυσκολία του διπλανού είναι και δική μας και το αντίστροφο, έτσι που συνδεόμαστε οι άνθρωποι μέσα στον κοινωνικό ιστό. Ωστόσο, η κρίση δοκιμάζει και τις αξίες μας, τον τρόπο που βλέπουμε τον διπλανό μας και τον εαυτό μας. Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε όλοι πολύ προσεκτικοί. Και – προπάντων – να μη λέμε πράγματα ερήμην του …λόγου.

Αν μπήκα, όμως, σ’ αυτήν τη διεξοδική παρέμβαση είναι γιατί ένιωσα απολογούμενος απέναντι στους μαθητές και τους γονείς με τους οποίους συνδεθήκαμε και συνδεόμαστε στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αλλά και το όφειλα στους συναδέλφους φροντιστές, που κερδίζουν «την εντυπωσιακά ιδιαίτερη σχέση με τους μαθητές τους» (Δ.Παρούτσας) όχι επειδή «χαϊδεύουν αφτιά», αλλά επειδή επενδύουν χρόνο και ενέργεια στη χαρά της σχέσης δασκάλου – μαθητή, προσπαθώντας να γίνουν οι καλοί δάσκαλοι που θα ήθελαν να συναντήσουν (ή που ήδη έχουν συναντήσει) σαν μαθητές και οι ίδιοι. Κι αυτό δεν διακρίνεται σε δημόσιο – ιδιωτικό. Αν είναι ψεύτικο, το καταλαβαίνουν τα παιδιά, όπου κι αν δραστηριοποιούνται οι δάσκαλοί τους. Το όφειλα, επίσης, στους εκπαιδευτικούς του δημοσίου που εμπιστεύονται και τα δικά τους παιδιά στα νόμιμα φροντιστήρια και αναγνωρίζουν τη συμβολή τους.

Κυρίως – και επικαίρως –, όμως, στο δάσκαλο από τη Φουρνά, ο οποίος - την ίδια στιγμή που έχω στο γραφείο μου το άρθρο «Το πρόβλημα της παραπαιδείας» - γενναιόδωρα ζέσταινε τις καρδιές μας με τα λόγια του: «Ήρθα να σας ευχαριστήσω, γιατί πλησιάσατε το παιδί μου, το ακούσατε, του μιλήσατε, του δώσατε σημασία, το βοηθήσατε…». Μας θύμισε - επειδή κι αυτός, ως δάσκαλος, το ξέρει καλά - πόσο μεγάλη είναι η πρόκληση να προσπαθείς να γίνεσαι δάσκαλος. Κι όταν οι μαθητές σου σε αποκαλούν «κύριε», αυτό να μην είναι μια τυπική προσφώνηση, αλλά μια λέξη με σημασία.

Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία - όχι μόνο τη σημερινή.

 

Γιάννης Τασιόπουλος,

Φιλόλογος-φροντιστής