Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ev media-logo

Για τον Κύριλλο τον Καστανοφύλλη. Ο βίος και το έργο του αναμορφωτή της Ι.Μ. Παναγίας της Προυσιώτισσας, σε ημερίδα στην Καστανιά

Ήταν πριν από διακόσια ολόκληρα χρόνια, το 1814, όταν ο ηγούμενος Κύριλλος ο Καστανοφύλλης ήρθε στο Μοναστήρι του Προυσού και ουσιαστικά αναμόρφωσε την Ιερά Μόνη, καθιστώντας την -με τον διαρκή και επίμονο αγώνα του- έναν από τους σημαντικότερους χώρους ιερού προσκυνήματος στον ελλαδικό χώρο.

kyrillos-o-kastanofyllis1

Με αφορμή τη συγκεκριμένη επέτειο, την περασμένη Κυριακή 10 Αυγούστου, στην Καστανιά Προυσού, πραγματοποιήθηκε μια ενδιαφέρουσα ημερίδα που έθεσε επί τάπητος τη ζωή, το έργο και τα επιτεύγματα του πνευματικού Κυρίλλου. Συνδιοργανωτές ήταν η Πανευρυτανική Ένωση και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Καστανιωτών «Ο Άγιος Δημήτριος».

Οι εισηγητές, γνωστοί για το ερευνητικό τους έργο στην ευρυτανική ιστορία, προσέφεραν στο πολυπληθές κοινό μια σφαιρική και πολυπρισματική, αλληλοσυμπληρούμενη προσέγγιση για τη σημαντική αυτή προσωπικότητα.

Με προεξάρχοντα τον αρχιμανδρίτη και Ηγούμενο Ιεράς Μονής Τατάρνας πατέρα Δοσίθεο Κανέλλο κατανοήθηκε ο μεγάλος αγώνας του Κυρίλλου (1775-1835) για την αναδιοργάνωση της Μονής με ευρύτατη αναφορά στις ιστορικές συνθήκες της εποχής. Ο γνωστός εκπαιδευτικός και ιστορικός ερευνητής κύριος Υφαντόπουλος Ιωάννης προσεκόμισε σημαντικές πληροφορίες ιστορικού ενδιαφέροντος για τη ζωή και τη δράση καθώς και για τη σχέση του με τη γενέτειρά του, το οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και την ιστορία της περιοχής.

Οι εισηγήσεις των κυριών Ειρήνης Πιπερίγκου - Κυριαζή, καταξιωμένης φιλολόγου-αρχαιολόγου και συγγραφέως, και Μαρίας Παναγιωτοπούλου, προϊσταμένης ΓΑΚ Ευρυτανίας,κινήθηκαν στην κατεύθυνση της αποκρυπτογράφησης του ιδεολογικού σύμπαντος του Κυρίλλου Καστανοφύλλη με τον σχολιασμό βιβλίων που εναπόκεινται στη βιβλιοθήκη του. Επικεντρώθηκαν επίσης στη συμβολή του στο μεγάλο έργο της Παιδείας με τη λειτουργία της «Σχολής Γραμμάτων» στη Μονή. Η ανακοίνωση του οσιολογιωτάτου μοναχού πατρός Παταπίου Καυσοκαλυβίτη, απέβλεπε πρωτίστως, στην ανάλυση της μοναστικής ζωής του ως Αγιορείτου μοναχού και του ρόλου του ως υμνογράφου και λογίου. Η παρέμβαση τέλος του κυρίου Κωνσταντίνου Τσιώλη προσέφερε επαρκή στοιχεία για τη σχέση του Καστανοφύλλη με τον λόγιο και διδάσκαλο του Γένους Αναστάσιο Γόρδιο.

Ακολούθησε συνεστίαση όλων των παρευρισκομένων στο Πολιτιστικό Κέντρο του οικισμού με νηστίσιμα εδέσματα που είχαν παρασκευάσει οι κάτοικοί του. «Η φιλοξενία τους και η υποδοχή που επεφύλαξαν τόσο στους εισηγητές όσο και όσους προσήλθαν για να παρακολουθήσουν την Ημερίδα είναι χαρακτηριστική και τιμά τη γενέτειρα και τη μνήμη του Κυρίλλου Καστανοφύλλη», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση.

Το πρόγραμμα της ημέρας ξεκίνησε νωρίς το πρωί με τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου. Ήταν πιθανότατα το 1795 όταν ο Κύριλλος και τα αδέρφια του δώρισαν το πατρικό τους σπίτι και «επ΄αυτών των οίκου θεμελίων» κτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στην ομιλία του, ο φιλόλογος τ. λυκειάρχης & ιστορικός κ. Υφαντόπουλος απηύθυνε έκκληση προς κάθε αρμόδια αρχή για τη διάσωση της ιστορικής εκκλησίας, που σήμερα δοκιμάζεται σκληρά από τη φθορά του χρόνου (εμφανείς οι ρωγμές στο κτήριο).

Η ζωή και η δράση του

Ο Κύριλλος ο Καστανοφύλλης γεννήθηκε στην Καστανιά Ευρυτανίας και το πραγματικό του επώνυμο ήταν Αθανασιάδης, πληροφορούμαστε από τον κ. Υφαντόπουλο. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε σε ηλικία πέντε ετών στο «Κρυφό σχολειό» που λειτουργούσε τότε σε απόκρυφο μέρος, γεμάτο πελώρια έλατα και πουρνάρια σε απόσταση πολύ μικρή, σχεδόν μέσα στην αυλή του πατρικού του σπιτιού. Λίγο μετά το 1780, σε ηλικία οκτώ ή δέκα ετών, ο Κύριλλος ήλθε στο μοναστήρι του Προυσού, όπου συνέχισε και ολοκλήρωσε την εκ¬παίδευση του (στοιχειώδη προφανώς), η οποία κράτησε συνολικά εννιά χρόνια.

Σε ηλικία 19 ετών, στα 1794, έγινε μοναχός στην αρχή και αμέσως μετά ιερομόναχος-λειτουργός, για να αναχωρήσει μετά από δύο χρόνια στα 1796, για το Άγιο Όρος, διψώντας για πνευματική και ασκητική ζωή, όπου συνδέεται φιλικά με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στο πρόσωπο του οποίου βρίσκει τον μεγάλο πνευματικό καθοδηγητή του. Σταδιακά, η φήμη της πνευματικότητας του Κυρίλλου ξεπερνά το Άγιο Όρος· στην Ευρυτανία είναι πασίγνωστος και στους κληρικούς - μοναστικούς αλλά και στους κοσμικούς - λαϊκούς κύκλους.

Τον Κύριλλο, εξάλλου, επιλέγει ως γέροντα και πνευματικόν ο νεομάρτυρας Αγιος Γεράσιμος ο Νέος από το Μεγάλο Χωριό Ερυτανίας, για να τον ασκήσει και να τον προετοιμάσει, για να ομολογήσει στην Κων/πολη την πίστη του στο Χριστό, με αποτέλεσμα το 1812 να βρει μαρτυρικό θάνατο δια αποκεφαλισμού, ενώ στις 23 Ιουνίου του 1813 εκκλησιαστικοί & λαϊκοί άρχοντες του Καρπενησίου του στέλνουν επιστολή ζητώντας του να έρθει στο Μοναστήρι του Προυσού για να το σώσει από τον αφανισμό.

«Τελικά ο Κύριλλος ήλθε στον Προυσό στις αρχές του 1814 και επιδίδεται σε αγώνες για την πνευματική ανάδειξη της Μονής», αναφέρει ο κ. Υφαντόπουλος. Πρώτο μέλημα του Κυρίλλου, όταν ήλθε στον Προυσό, ήταν η έξωση των γυναικών από το μοναστήρι (1η Μαρτίου του 1815) για να λάβει αυτό αγιορείτικη τάξη.

Κορυφαία όμως πράξη του Κυρίλλου, «…με τεράστια και μοναδική σημασία και αξία», ήταν η έκδοση της Ιεράς Διηγήσεως στην Τεργέστη στα 1815. Έτσι η Παναγία η Προυσιώτισσα αποκτά μεγάλη φήμη ανά το πανελλήνιο για τα ιερά και θαυμάσια που σχετίζονται με την έλευση από την Προύσα της Μ. Ασίας της θαυματουργού Ιερής Εικόνας της Παναγίας, με την ίδρυση της Ιεράς Μονής και τα με τη θεία χάρη επι-τελούμενα θαύματα σε όλους όσοι με πίστη προστρέχουν στη θεία της εικόνα. Ο Κύριλλος επίσης φρόντισε να κατοχυρώσει και να αξιοποιήσει και την αναξιοποίητη μέχρι τότε μεγάλη περιουσία της Μονής Προυσού.

Ο Κύριλλος έγινε ηγούμενος στο Μοναστήρι και εκτός των άλλων, ως μέλος της Φιλικής Εταιρίας, αγωνίστηκε με κάθε μέσο για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Κατά το διάστημα της ηγουμενίας του βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι του Προυσού κλέφτες και αρματολοί. Παρέμεινε ως ηγούμενος από τις αρχές του 1821 μέχρι το τέλος του 1824 ή τις αρχές του 1825. Ηγούμενος Προυσού ήταν, όταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήλθε στον Προυσό άρρωστος, ήταν αυτός που έψαλε το τρισάγιο στο νεκρό Μάρκο Μπότσαρη όταν οι Σουλιώτες πηγαίνοντας τον στο Μεσολόγγι για να τον θάψουν.

Διαβλημένος και κατασυκοφαντημένος από πολλούς λαϊκούς και κληρικούς, αναφέρει ο Υφαντόπουλος, αναγκάστηκε να καταφύγει και πάλι στο Άγιο Όρος, όπου ως «έγκλειστος» πλέον στο κελί του μετά από εννιά ή δέκα χρόνια ζωής ασκητικής, «…στερούμενος των πάντων, αγρυπνώντας, κλαίοντας και προσευχόμενος διαρκώς», έφυγε από τη ζωή (στα 1834 ή το πιο πιθανό στα 1835), σε ηλικία και αυτός 60 ετών.

 

Γ. Ζαλοκώστας