Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

ev media-logo

«Απ' τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία…». Γράφει η Κατερίνα Μπούκα - Από την έντυπη έκδοση

Γράφει η Κατερίνα Μπούκα

Οι δυσκολίες μάθησης ερμηνεύονται ψυχαναλυτικά ως ένα σύμπτωμα που υποδηλώνει ένα σύνολο διαταραχών στις σχέσεις του παιδιού με τον πατέρα ή τη μητέρα. Έτσι η δυσορθογραφία, η άρνηση δηλαδή του γραμματικού κανόνα, σχετίζεται ψυχαναλυτικά με την άρνηση του οικογενειακού κανόνα και συγκεκριμένα της πατρικής εξουσίας.

697

Είναι αλήθεια ότι η σχέση παιδιού-γονιών παίζει σημαντικό ρόλο στη σχολική του επιτυχία. Ο «κακός μαθητής», όπως μας επισημαίνουν οι ψυχαναλυτές, είναι παιδί απορριπτέο από τη μητέρα του ήδη από την κύηση και η σχολική του αποτυχία έρχεται ως αντίδραση προς τη μάνα.

Στο σχολείο βέβαια, ο ρόλος του δασκάλου είναι εξίσου σημαντικός για τη σχολική επιτυχία του παιδιού. Ο δάσκαλος που έχει πίστη στις δυνατότητες των μαθητών του, που περιμένει από κείνους να τα καταφέρουν, έχει περισσότερες πιθανότητες να τους οδηγήσει στην επιτυχία. Άλλωστε το παιδί που δεν εκτιμάται δεν αναζητά την επιτυχία.

Ένας παράγοντας που παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη μάθηση της ορθογραφίας -αν εξαιρέσουμε βέβαια την ανεπαρκή νοητική δομή- είναι και το επίπεδο γλωσσολογικής απόκτησης μέσα στην οικογένεια. Τα πλούσια γλωσσικά ερεθίσματα και η εμπλοκή των παιδιών σε ποικίλες λεκτικές ανταλλαγές από την ώρα της γέννησης και ακόμα πιο πριν, είναι σημαντικός παράγοντας για την απόκτηση προφορικού λόγου και την αφομοίωση αργότερα της σχολικής γνώσης.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα κοινωνικότερα παιδιά αφομοιώνουν ευκολότερα τη σχολική μάθηση στην α΄- β΄ δημοτικού. Ένα παιδί μπαίνει καλύτερα στον κόσμο των κοινωνικών συναλλαγών όταν αποκτά την αυτονομία του. Γι’ αυτό και η πρώτη μέριμνα των γονιών θα πρέπει να είναι να βοηθήσουν το παιδί τους να αυτονομηθεί. Τα κορίτσια που είναι συνήθως πιο αυτόνομα οδηγούνται ευκολότερα στον αυτοματισμό της ορθής γραφής.

Όπως και να έχει, μια καλή σχέση με την ορθή γραφή απαιτεί πολλή και σωστή εκπαίδευση από τη νηπιακή ηλικία (με ασκήσεις προγραφής, χαρτοκοπτικής, ζωγραφικής, φωνολογικής ενημερότητας, κ.λ.π.), χρόνο μελέτης, πολλή άσκηση, ευνοϊκό κλίμα στο σχολείο αλλά και στο σπίτι.

Στην Ελλάδα η αστάθεια των κανόνων και των μεταρρυθμίσεων αποτέλεσε αρνητικό παράγοντα για την εκμάθηση της ορθογραφίας. Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό ορθογραφικό σύστημα δεν είναι βοηθητικό. Ενώ δηλαδή γενικά παρουσιάζει υψηλό βαθμό συνέπειας στην αναπαράσταση των ήχων από τα γράμματα, εντούτοις στην ορθογραφημένη γραφή της η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει απόκλιση από την πιστή εφαρμογή των κανόνων της γραφημικής-φωνημικής αντιστοιχίας και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ανακολουθιών.

Όσο για τις μεταρρυθμίσεις που συντελέστηκαν στην ελληνική γλώσσα, μια σύντομη και «επιφανειακή» αναδρομή αρκεί για να μας πείσει. Η πρώτη ριζική μεταρρύθμιση εντοπίζεται στα αλεξανδρινά χρόνια όταν η γλώσσα μας υπέστη βαθιές τροποποιήσεις ώστε να είναι πιο εύκολη η εκμάθησή της από τους λαούς της ανατολής. Τότε ήταν που είχαμε και τις αντιδράσεις των λογίων υποστηρικτών της κλασικής αττικής ελληνικής, των γνωστών αττικιστών, οι οποίοι επέφεραν τον πρώτο γλωσσικό διχασμό.

Όπως μας επισημαίνει ο γνωστός σε όλους μας κ. Μπαμπινιώτης: «από ‘κείνα τα χρόνια ξεκινά μια διμορφία της Ελληνικής, μια περισσότερο ή λιγότερο αισθητή διαφοροποίηση μεταξύ προφορικής και γραπτής γλώσσας, που αργότερα έλαβε τη μορφή τής διαμάχης μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής. Και για πολλούς αιώνες, περίπου μέχρι τα τέλη τού 18ου αιώνα, η γλωσσική αυτή διμορφία ήταν ευρύτερα αποδεκτή ως μια ισχύουσα πραγματικότητα μέχρι να μεταβληθεί σε γλωσσικό ζήτημα (κατά το «ανατολικό ζήτημα») και να πάρει τις διαστάσεις ‘γλωσσικού διχασμού και γλωσσικού εμφυλίου’ που επίσημα έληξε μόλις το 1976 με την απόφαση τής Κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή».

Το 1964 η φιλελεύθερη κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου είχε αναγνωρίσει τη δημοτική ως γλώσσα της εκπαίδευσης και ως γλωσσική μορφή ισότιμη με την καθαρεύουσα (στη στοιχειώδη εκπαίδευση). Ως επίσημη γλώσσα όμως του κράτους, της μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, παρέμενε η καθαρεύουσα.

Στη συνέχεια, η δικτατορία του 1967-1974 περιόρισε τη διδασκαλία της δημοτικής στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Τελικά, ο νόμος 309/ 1976 καθιέρωσε τη νεοελληνική δημοτική ως γλώσσα όχι μόνο της εκπαίδευσης αλλά και της διοίκησης. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ επίσπευσε τις διαδικασίες εκδημοτικισμού.

Η επίσημη πλέον ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Το 1981 και με την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού κινήθηκαν οι διαδικασίες για την εισαγωγή του μονοτονικού συστήματος τόσο στα σχολεία όσο και στη διοίκηση. Το μονοτονικό καθιερώθηκε επισήμως με την Υπουργική πράξη 900.43/4/9/14145/2.12.1981.

Είναι πραγματικά τραγελαφικό να δει κανείς τις εναλλαγές καθαρεύουσας και δημοτικής στη νεοελληνική εκπαίδευση από το 1834 που καθιερώθηκε η καθαρεύουσα στην εκπαίδευση, μέχρι το 1976.

Από τότε, η ελληνική μας γλώσσα συνεχίζει να ταλαιπωρείται βέβαια, από μας τους ίδιους καθημερινά. Την έχουμε καταντήσει άτονη κι ανορθόγραφη, θύμα κι αυτή μιας γενικότερης χαλαρότητας που μας χαρακτηρίζει.

Αν και καλύτερα είναι -δε λέω- τα λάθη μας να εξαντλούνται στις λέξεις που γράφουμε κι όχι στις λέξεις που λέμε ή που νιώθουμε.

Ο Ελύτης είχε πει ότι η γραμματική της γλώσσας δεν έχει ανορθογραφία. Η ποίηση βέβαια, ανατρεπτική και ιδιαίτερη, «αναιρεί» πολλές φορές τους κανόνες και φυσικά… της το συγχωρούμε.

Τι ωραία αλήθεια γράφει ένα ποίημά της η Κική Δημουλά στο οποίο συνδυάζει την ορθογραφία των λέξεων με το «βάρος» που έχουν πάρει αυτές μέσα στη ζωή μας:

Κατ' επανάληψη λες, μ' έπιασες να γράφω συνδιάζω αντί για συνδυάζω που σημαίνει συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο τα δυό μαζί ενώνω-το ζω το αφήνουμε απ' έξω για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλονπου να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ' τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα τι κινητά που γράφεται το ψέμα.

Όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από πού και ως πού γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν και η αοιδός επιθυμία απ' την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνοια πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.