Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo

Συμβιώνοντας με τις φυλακές. Μια ιστορική καταγραφή για τις φυλακές Καρπενησίου, ΜΕΡΟΣ Β’. Της Μαρίας Θ. Ευαγγελοδήμου

fylakes-meros-b--xartis-

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α' του αφιερώματος "Συμβιώνοντας με τις φυλακές. Μια ιστορική καταγραφή για τις φυλακές Καρπενησίου"

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ: ΜΕΡΟΣ Β'

2η περίοδος (1954- 1968)

Το αρχείο των νέων φυλακών σώζεται εξ ολοκλήρου, είναι πλούσιο και φυλάσσεται στα ΓΑΚ Ευρυτανίας. Οι πληροφορίες για το παρόν κείμενο της 2ης περιόδου αντλήθηκαν από αυτό το αρχείο, καθώς και από τις εφημερίδες Το Βελούχι, Η Φωνή της Ευρυτανίας, Ο Ρουμελιώτης και Ελεύθερο Βήμα.

Η επαναλειτουργία τους ξεκίνησε στις 7 Σεπτεμβρίου 1954 για να αποσυμφορηθούν οι φυλακές Λαμίας. Η νέα θέση τους ήταν πια εκτός του πολεοδομικού ιστού της πόλης, στην είσοδο του Καρπενησίου από Λαμία, κάτω από τον κεντρικό δρόμο, στο λιβάδι του Φάσσα. Το, πρόχειρης κατασκευής, μικρό κτίσμα των τριών θαλάμων ήταν εντελώς ακατάλληλο για φυλακή. Κατασκευασμένο για την προσωρινή στέγαση των ξεσπιτωμένων ταλαίπωρων Ευρυτάνων –πρόσφυγες στην ίδια την πατρίδα τους-, με σκεπή από μπαγδατί και κεραμίδια, τοιχοποιία από άμμο και ασβέστη, δεν ήταν κατάλληλο ούτε για οικία. Εξωτερική περιτοίχιση φυσικά δεν υπήρχε. Ζώα, άνθρωποι και νεροποντές ήταν ευπρόσδεκτοι! Ευτυχώς για τον μοναδικό φύλακα οι ελάχιστοι τρόφιμοι δεν είχαν τάσεις… φυγής.

Ερευνώντας τα Αρχεία των φυλακών στα ΓΑΚ Ευρυτανίας σταχυολογήσαμε πολλά και ενδιαφέροντα για τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας τους και τον αγώνα του εκάστοτε διευθυντή να μετατρέψει το… μικρό σπίτι στο λιβάδι σε φυλακές.

Μια περιγραφή του κτιρίου εντοπίστηκε σε έγγραφο, δώδεκα χρόνια μετά την επαναλειτουργία των φυλακών και την ανακαίνισή τους, με αρκετές πληροφορίες για το μικρό οίκημα που τις στέγαζε:

«Το κτίριον των φυλακών είναι ένα εκ των πέντε Λαϊκών Κατοικιών εκ των οποίων τα τέσσερα κατεχωρίσθησαν εις αστέγους απόρους, το δε πέμπτον κατεχωρήθη υπό του Υπουργείου Ανοικοδομήσεως εις το Σόν Υπουργείον Δικαιοσύνης, ίνα χρησιμοποιηθή δια την στέγασιν της υπηρεσίας των φυλακών και των κρατουμένων, διότι αι παλαιαί Φυλακαί κατεστράφησαν υπό των Γερμανικών στρατευμάτων». Έχει μόνο τρείς θαλάμους χωρητικότητας δέκα κλινών έκαστος, εκ των οποίων ο ένας χρησιμοποιείται ως αποθήκη υλικού. Μαγειρείο και αφοδευτήρια στο προαύλιο.

Πρωταρχικής σημασίας βεβαίως ήταν και η μέριμνα για την ανέγερση μιας μάντρας που θα απομόνωνε τους… εντός από τους εκτός των τειχών:

«…καθόσον είναι ανεμπόδιστος η προσέλευσις ατόμων και ζώων ακόμα…», γράφει αγανακτισμένος ο Διευθυντής των φυλακών.

Τον Δεκέμβριο του 1954, λίγους μήνες μετά τη λειτουργία τους, μάντρα δεν έχει κτισθεί ακόμη και οι καταρρακτώδεις βροχές του επιβλητικά μεγαλόπρεπου Βελουχιού απειλούσαν να πνίξουν τους κρατούμενους εντός των θαλάμων:

«… κατά την προ ημερών γενομένην εν τη πόλει μας πλημμύραν, συνεπεία καταρρακτώδους βροχής, λόγω του επικλινούς εδάφους, εις ό ευρίσκεται το κτίριον των ενταύθα φυλακών, τα κατά τον τομέα τούτον κατερχόμενα ύδατα επιπίδωσιν επί της βορείου πλευράς του κτιρίου της φυλακής, ήτις δέον δια τούτο (;)να επιχρισθή, επειγόντως, διά τσιμέντου, καθ΄όσον άλλως, συν τω χρόνω διαβρεχομένη, θέλει αύτη υποστεί διάβρωσιν σοβαρά…. Με αποτέλεσμα την εισροήν υδάτων εις τους θαλάμους της φυλακής…».

Όταν εντέλει ο μαντρότοιχος κτίστηκε δημιουργήθηκαν δύο μικρά προαύλια 60 τ.μ. και 20 τ.μ., ανδρών και γυναικών αντίστοιχα.

Αλλά πέραν της ελλείψεως μάντρας, ανεπαρκέστατη ήταν η ίδια κτιριακή κατάσταση, όπως μαρτυρείται σε επόμενο έγγραφο με θέμα «Περί των αμετανοήτων κομμουνιστών κρατουμένων»:

«…Πλην όμως, από της πλευράς της ασφαλούς αυτών κρατήσεως εν τας ενταύθα φυλακάς, θεωρώ επιβεβλημένον καθήκον μου να αναφέρω υμίν ότι το κτίριον εις ό στεγάζονται αι φυλακαί Καρπενησίου ήτο ένα οίκημα, το οποίον είχε κτισθή δια την στέγασιν συμμοριοπλήκτων και εις το οποίον εγένοντο βεβαίως ορισμέναι προσθήκαι και διαρρυθμίσεις, αι οποίαι όμως ειδικώς από της πλευράς της ασφαλείας υπολείπονται πολύ των ενδεδειγμένων, δεδομένου ότι συν ταις άλλαις ελλείψεις από της θιγομένης πλευράς αι οροφαί των θαλάμων αποτελούνται από κοινά μπαγδατιά και ουχί εκ πλακός εκ μπετό, οι τοίχοι είναι οικοδομημένοι δι΄αμμοκονίας μετ΄ ασβέστου άνευ επαλείψεως εξωτερικώς τουλάχιστον, δια τσιμέντου και εξαιτίας τούτων των ελλείψεων δεν παρουσιάζωσι την απαιτουμένην στερεότητα και τέλος στερούνται εξωτερικού μαντρότοιχου». 

Ευτυχώς οι… «αμετανόητοι κομμουνιστές», όπως αναφέρεται στην αρχή του εγγράφου, δεν είχαν αποφασίσει να δραπετεύσουν, ούτε να κάνουν κάποιον περίπατο μέχρι τον Άγιο Δημήτριο ή τον Καρπενησιώτη ποταμό, αλλιώς θα ήταν όλοι… έξω:

«εκτός της συνήθους δια την κατηγορίαν των ομοιομόρφως ακολουθουμένης υπ΄ αυτών τακτικής εν ταις φυλακαίς εις τα ζητήματα της διαβιώσεώς των, δεν παρουσίασαν ιδιαιτέραν και ιδιάζουσαν τινα αντιπειθαρχικήν εκδήλωσιν».

Και καθώς γίνεται λόγος για τους πολιτικούς κρατούμενους, αξίζει να αναφερθεί πως περνούσαν τη ζωή τους: τραγουδώντας και χορεύοντας (!), παρά τις απαγορευτικές διατάξεις. Φανερώνεται τούτο από έγγραφο για έναν πολιτικό κρατούμενο που μεταφέρθηκε από τις φυλακές Άμφισσας: σύμφωνα με αυτό ο εν λόγω μέσα σε πέντε ημέρες είχε στερηθεί με αλλεπάλληλες ποινές την αλληλογραφία του για 60 ημέρες και το επισκεπτήριο για 150 ημέρες, γιατί… διασκέδαζε τραγουδώντας και χορεύοντας!

Ένα άλλο μεγάλης σημασίας πρόβλημα της υλικοτεχνικής υποδομής και της κτιριακής κατάστασης ήταν το αποχετευτικό, που αποτελούσε μεγάλο θέμα και για όλη την πόλη. Σε ένα έγγραφο του νομίατρου που, μετά από αίτημα του Διευθυντή των φυλακών, έκανε αυτοψία του χώρου γύρω από τις φυλακές το 1955, ανιχνεύονται τα μεγάλα προβλήματα που είχε η πόλη με το σχεδόν ανύπαρκτο αποχετευτικό σύστημα. Τα σπίτια στην παλιά περιοχή των φυλακών χρησιμοποιούσαν, αν το εύρισκαν, το οθωμανικό δίκτυο που άγνωστη ήταν η κατάληξή του. Τα υπόλοιπα σπίτια ή δεν συνδέονταν με υπονόμους ή συνδέονταν με κάποιους υποτυπώδεις που κατέληγαν λίγο έξω από την πολύπαθη πόλη, ραίνοντας με τα μύρα τους πουλιά και πεταλούδες! Δύο τέτοιους υπονόμους περιγράφει ο νομίατρος. Ο ένας κατέληγε κοντά στην κρήνη Χασάν – αγά αφήνοντας να τρέχουν επιφανειακά τα λύματα κοντά στην οικία του Δημ. Τσακνιά:

«Εις το σημείον ακριβώς της εκροής του υπονόμου διέρχεται ο σωλήν της παροχής ύδατος το ύδωρ του οποίου χρησιμοποιείται υπό των φυλακών. Ο εν λόγω σωλήν κείται όλως επιφανειακώς και καλύπτεται υπό των ακαθάρτων υδάτων του εκβάλλοντος εις το σημείον τούτο υπονόμου».

Ο δεύτερος υπόνομος ήταν ακριβώς μπροστά από τις φυλακές και κάτω από την οικία Δημ. Τσακνιά:

 «…εκβάλλει υπόνομος τ΄ ακάθαρτα ύδατα του οποίου ρέουσιν πλέον επιφανειακώς επί των λειμώνων και πλησίον των φυλακών, αναδίδοντα δυσοσμίαν και δημιουργούντα εστίας μολύνσεως».

Τέλος, και αναφορικά πάντα με την κτιριακή κατάσταση των φυλακών, αξίζει να σημειωθούν ότι το 1961 η ξύλινη ακόμη στέγη και οι ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν στα φυλάκια υπέστησαν σοβαρές ζημιές από τον βαρύτατο χειμώνα ότι τα έργα ανακαίνισης και συντήρησης των φυλακών ξεκίνησαν το 1963 και ότι το 1966 μετά από πολλές οχλήσεις από την Κεντρική Υπηρεσία των Φυλακών, κτίστηκε ένα μικρό προσκυνητάριο με χρήματα του διευθυντή Δ. Μπαρδάκα και των εξωτερικών φρουρών και προσωπική εργασία των έγκλειστων, ώστε να είναι δυνατή η τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

 

ΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ

Οι νέες φυλακές ήταν μικτές, με δυναμικότητα 10 ανδρών και 10 γυναικών κρατουμένων. Όμως τα πρώτα δύσκολα χρόνια επαναλειτουργίας της φυλακής οι, σταλμένοι από τη Λαμία λόγω του υγιεινού κλίματος, φυματικοί τρόφιμοι και οι κομμουνιστές προκάλεσαν κάποιο συνωστισμό στους ελάχιστα ευρύχωρους θαλάμους και αρκετό πονοκέφαλο στον Διευθυντή των φυλακών.

Ισχυρότερο πονοκέφαλο όμως είχε το Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο ανησυχούσε για το αποτέλεσμα της πιθανής προπαγάνδας που θα δέχονταν οι ποινικοί κρατούμενοι αλλά και οι επισκέπτες συγγενείς και φίλοι. Τα ακοίμητα μάτια των φρουρών παρακολουθούσαν τα πάντα, υποψιάζονταν τα πάντα και έδιναν την αναφορά τους. Το Υπουργείο με τη σειρά του έπαιρνε τη σκυτάλη με οδηγίες:

«…ως παρετηρήθη κομμουνισταί, μεταγόμενοι εκ των φυλακών Ναυπλίου, έφερον εις την κομβιοδόχην των μεταλλικόν σήμα περιστεράς, προφανώς δια λόγους προπαγάνδας. Επί του σημείου τούτου εφιστάται η προσοχή υμών δια την λήψην μέτρων προς απαγόρευσιν της κατασκευής και χρησιμοποιήσεως τοιούτων σημάτων».

Επειδή ούτε οι ψυχές ούτε οι ιδέες φυλακίζονται, η… περιστερά, ως άλλη ταχυδρομική περιστερά, έφυγε από τις κομβιοθήκες και μετακόμισε στα επιστολόχαρτα:

«Εν συνεχεία της εμπιστευτικής εγκυκλίου, δι΄ ής απηγορεύθη η χρησιμοποίησις μεταλλικού σήματος περιστεράς, όπερ έφερον εις την κομβιοθήκην των μεταγόμενοι κομμουνισταί κατάδικοι, παρατηρούμε ότι, ως διεπιστώθη, κρατούμενοι της ιδίας κατηγορίας, αποστέλλουσιν εκ των φυλακών επιστολάς φερούσας αποτυπωμένον το ίδιον σήμα…».

Την επόμενη δεκαετία φιλοξενούνταν οι καταδικασμένοι από το Πλημμελειοδικείο Καρπενησίου για λίγες μόνο ημέρες, μέχρι οι συγγενείς τους να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα χρήματα της εξαγοράς της ποινής τους. Παρέμεναν περισσότερο όσοι δεν είχαν χρήματα. Δεν κρατούνταν ανήλικοι. Συνήθως οι καταδικασμένοι από το Κακουργιοδικείο και οι επίφοβοι για απόδραση μετάγονταν στη Λαμία. Οι φυλακισμένοι δεν ήταν ποτέ πολλοί και μάλιστα μερικές φορές οι φυλακές ήταν εντελώς άδειες.

Αξιομνημόνευτο είναι ένα μικρό άρθρο που δημοσιεύτηκε το1961, με τίτλο ΛΕΥΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ΕΙΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ:

«Από μηνός και πλέον, και όχι δια πρώτην φοράν, εις τας φυλακάς της πόλεώς μας ουδείς κατάδικος ή υπόδικος κρατείται. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικόν της υψηλής στάθμης του πολιτισμού της Ευρυτανίας, οι κάτοικοι της οποίας διακρίνονται δια την προσήλωσίν των εις τας χριστιανικάς αρχάς».

Γενικά από την αλληλογραφία του εκάστοτε Διευθυντή φαίνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ κρατουμένων ήταν αρμονικές και μεταξύ φύλακα και κρατουμένων αγαθές. Άλλωστε τα περισσότερα χρόνια δεν κρατούνταν ταυτόχρονα πάνω από πέντε άτομα.

Σχέσεις κατοίκων και φυλακών

Ακόμα και όταν οι φυλακές στεγάζονταν σε κτίριο εντός της πόλης δεν πρέπει οι κάτοικοι να αισθάνονταν κάποιο φόβο· οι φυλακές ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους. Κάθε μέρα περνούσαν μπροστά από τον υψηλό τοίχο των φυλακών να πάνε στις δουλειές τους. Οι κάτοικοι της Τσιμπουκάρως και της Ρούσας έβλεπαν το κτίριο των φυλακών, λουσμένο από τις πρώτες ψυχρές ακόμα ακτίνες του ήλιου, να δεσπόζει στην απέναντι πλαγιά, κάθε πρωί που άνοιγαν τα παράθυρά τους. Κάποιοι φυλακισμένοι ήταν γνωστοί ή συγγενείς. Πολλοί τους πήγαιναν στο επισκεπτήριο κουβέρτες ή τρόφιμα. Στα προπολεμικά χρόνια ο Διευθυντής των φυλακών θεωρούνταν σημαίνων πρόσωπο και η άφιξή του στην πόλη ανακοινώνονταν από την τοπική εφημερίδα μαζί με την άφιξη των πολιτευτών και καθηγητών: «Αφίχθη ο Διευθυντής Φυλακών κ. Διονύσιος Καρανιάς».

Όταν ήμασταν μικρά παιδιά ακολουθώντας τους γονείς μας στην κυριακάτικη βόλτα στην Καρα - ράχη, αντικρίζαμε χαμηλά, δίπλα στους οπωρώνες, τη μάντρα των φυλακών με τα δύο φυλάκια ψηλά. Δεν θυμάμαι να αισθανθήκαμε ποτέ φόβο, μόνο περιέργεια και οίκτο.

Από την άλλη πλευρά οι φυλακές ως θλιβερό μεν, οργανικό μέρος της πόλης δε, συμμετείχαν και συνεισέφεραν στην οικονομική και κατά κάποιο τρόπο στην κοινωνική ζωή της.

Στις εργασίες συντήρησης που γίνονταν στις φυλακές σχεδόν όλα τα χρόνια λειτουργίας τους εργάστηκαν πολλοί Καρπενησιώτες: εργολάβοι, χτίστες, ελαιοχρωματιστές, μαραγκοί, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι και πολλοί άλλοι. Ο φύλακας ήταν Ευρυτάνας. Οι γιατροί Ευρυτάνες. Οι προμήθειες όλων των αναγκαίων τροφίμων, αλεύρων, ειδών παντοπωλείου και καυσίμων γίνονταν με μειοδοτικό διαγωνισμό από τα καταστήματα της πόλης μας. Οι δημοπρασίες προ του 1944 διεξάγονταν στο καφενείο ΟΜΟΝΟΙΑ, στο ισόγειο του ξενοδοχείου ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΣ. Από το 1954 και μετά στο καφενείο του Χ. Λελούδη.

Συχνός επισκέπτης των φυλακών ήταν ο ιερέας της πόλης. Ειδικά στη δεύτερη περίοδο λειτουργίας τους ήταν ο ιερέας της Αγίας Τριάδας Παπάγγελος. Αρχικά μόνο για ομιλίες. Όταν κτίστηκε το μικρό παρεκκλήσι έκανε εξομολόγηση και κάποιες λειτουργίες. Πάντα αφιλοκερδώς ως όφειλε. Και πάντα πρόσφερε στους φυλακισμένους φρούτα και γλυκίσματα. Συχνοί επίσης επισκέπτες, στα πλαίσια της δουλειάς τους φυσικά, ήταν οι δύο γιατροί της πόλης Διονύσιος Ματθές και Πέτρος Παπασπύρος.

Οι κάτοικοι αντιμετώπιζαν τους κρατούμενους στα πλαίσια των χριστιανικών αρχών με συμπόνια και ευσπλαχνία. Άλλωστε ποιος ήταν απόλυτα σίγουρος αν κάποια στιγμή δεν θα βρεθεί μέσα από τα κάγκελα; Μια στιγμή ασυγκράτητου θυμού, ένα χρέος, διαφορετική ιδεολογία. Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα, όπως άλλωστε είναι και σήμερα. Πάντα υπήρχε η δυνατότητα και η ευκαιρία να ευεργετηθούν οι φτωχοί και αξιολύπητοι φυλακισμένοι.

Ερευνώντας προπολεμικές εφημερίδες σταθήκαμε σε τέσσερις περιπτώσεις όπου διαφαίνεται η καλοσύνη των Καρπενησιωτών και το έμπρακτο ενδιαφέρον τους για τους κρατούμενους, τουλάχιστον τις περιόδους των εορτών.

Τον παγωμένο Ιανουάριο του 1929 και λίγες ημέρες πριν η πόλη αποκλεισθεί από τον υπόλοιπο κόσμο λόγω σφοδρότατης κακοκαιρίας, οι κάτοικοι διοργάνωσαν χοροεσπερίδα στην αίθουσα του Δημοτικού σχολείου υπέρ των απόρων φυλακισμένων. Το Δημοτικό Σχολείο τότε ήταν ένα μεγάλο σε μήκος κτίριο με ακόμα μεγαλύτερο προαύλιο, εκεί όπου σήμερα στέκει το ξενοδοχείο Λευκό Όρος, πρώην ΞΕΝΙΑ. Η οργανωτική επιτροπή δεν έμεινε ευχαριστημένη από τα έσοδα αλλά ο… καλός κόσμος της πόλης διασκέδασε, αφού ήταν και «το μόνον άλλωστε κοσμικόν γεγονός εις τον ψυχρόν τούτον κακόν καιρόν μας», όπως γράφει σκωπτικά ο ΤΥΜΦΡΗΣΤΙΟΣ, ανταποκριτής της εφημερίδας Ο Ρουμελιώτης.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, οι νεαροί ερασιτέχνες της πόλης –δεν είναι σαφές αν πρόκειται για μαθητική παράσταση ή για ιδιωτική πρωτοβουλία- με διδάσκαλο τον διευθυντή του Ταχυδρομικού Γραφείου, ανέβασαν με μεγάλη επιτυχία δύο θεατρικά έργα, το δράμα «Οι δυό λοχίαι» και την κωμωδία «Το σκάνδαλον του δήμου Βονπρασίων». Οι εισπράξεις θα προσφέρονταν στους άπορους φυλακισμένους.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1931, ο εισαγγελέας κ. Κώνστας με τα μέλη της Εφορίας Φυλακών, έχοντας άμεση γνώση των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι κρατούμενοι χρονιάρες μέρες μακράν των οικογενειών τους, περιήλθε τα πλουσιότερα καταστήματα της πόλης «προς συλλογήν εράνων υπέρ των φυλακισμένων» για τις εορτές των Χριστουγέννων.

Την τέταρτη περίπτωση τη διαβάζουμε στην εφημερίδα Το Βελούχι. Είναι ένα ενυπόγραφο ευχαριστήριο γράμμα που δείχνει ότι οι Καρπενησιώτες δεν αρκούνταν μόνο σε χορούς προκειμένου να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους. Οι Δ. Παπανικολάου, Αθ. Τσίρκας, Κ. Αλεξίου, και άλλοι κατάδικοι των φυλακών Καρπενησίου, ευχαριστούν τον έμπορο Αθ. Φραγκάκη που τους ανακούφισε οικονομικώς.

Ένα ακόμα δείγμα της χριστιανικής αγάπης των Καρπενησιωτών σταχυολογήθηκε από τα αρχεία των φυλακών: «…θρησκευτική ομάς χριστιανικής οργανώσεως της πόλεως Καρπενησίου επeσκέφθη τους κρατουμένους δις κατά τον μήνα Ιούνιον και διένειμε εις αυτούς φρούτα και γλυκά…», αληθινή λιχουδιά για τους δύσμοιρους φυλακισμένους που διαιτώνταν υποχρεωτικά με τέσσερα γεύματα εκ γεωμήλων εβδομαδιαίως. 

Οι φυλακές έκλεισαν τον Νοέμβριο του 1968. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα που να μας θυμίζει την ύπαρξη ούτε των παλαιών ούτε των νέων. Πιθανώς τα οικοδομικά υλικά να εκποιήθηκαν. Τα Βυζαντινού τύπου κεραμίδια παραχωρήθηκαν από τον ΟΔΔΥ στην κοινότητα Καστανιάς, όπως γράφει ο Γεώργιος Μοναστηριώτης.

Εκεί που άλλοτε ακούγονταν τα τραγούδια και οι καημοί των φυλακισμένων σήμερα τιτιβίζουν οι χαρούμενες φωνούλες μικρών παιδιών. Έκλεισαν οι φυλακές, άνοιξε ένα νηπιαγωγείο!

 

Υ.Γ. Κάθε στοιχείο που θα εμπλουτίσει αυτή τη μικρή έρευνα είναι ευπρόσδεκτο.