Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo


Το νόημα της 25ης Μαρτίου. Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα, για την εθνική επέτειο (από την έντυπη έκδοση)

Πριν από 25 χρόνια υπηρετούσα ως δάσκαλος σε ένα από τα πολλά χωριά του ορεινού μας τόπου. Αρχές της Άνοιξης θα ήταν, και με την όρεξη που διακρίνει τους νέους, αποφάσισα να ξεκαθαρίσω το σχολείο από παλιά χαρτιά, σαρακοφαγωμένες ντουλάπες και σάπιους χάρτες. Τα συγκέντρωσα όλα σ' ένα σωρό στην αυλή, και ήμουν έτοιμος να τους βάλω φωτιά.796

Ανάμεσά τους και ένα πακέτο από χάρτινες προσωπογραφίες ηρώων του 1821, απ' αυτές που όλοι θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια, να κρέμονται στους τοίχους των σχολείων μας. Οι περισσότερες ήταν μαυρισμένες, καμένες, σαρακωμένες. Μόλις και μετά βίας διακρίνονταν πάνω τους οι φιγούρες του έφιππου Κολοκοτρώνη, της Μαντώς Μαυρογένους και του Καραϊσκάκη. Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, έτυχε να περνάει ο μπάρμπα Ηλίας. Αφού με χαιρέτησε με τη φυσική ευγένεια που διακρίνει τους Αγραφιώτες, με ρώτησε τι έκανα. Μόλις άκουσε ποιος ήταν ο σκοπός μου, τον είδα να βουρκώνει, να τρέμει ολόκληρος και με συντριβή αλλά και απέραντη συστολή, να μου απευθύνει το λόγο:

- Ξέρεις δάσκαλε, ότι γι' αυτές τις εικόνες, εγώ κι ένας φίλος μου, δεκαπεντάχρονα παλληκαράκια τότε, είχαμε ορμήσει στο σχολείο, όταν οι Ιταλοί κάψανε το χωριό για να τις γλυτώσουμε;

Ένιωσα να θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί! Εννοείται ότι περιμάζεψα τις προσωπογραφίες άρον - άρον, τις τοποθέτησα σε περίοπτη θέση μες την τάξη, και όσες δεν χωρούσαν τις έβαλα σ' ένα κουτί με την ένδειξη "ιστορικής αξίας - να μην καταστραφούν". Ο μπάρμπα Ηλίας, τις είχε σώσει για δεύτερη φορά από την πυρά...

Το σπουδαίο σε αυτή την ιστορία, είναι ότι σε εκείνο το συγκεκριμένο μέρος, σε μία και μοναδική στιγμή, συγκεντρώθηκε και παρέλασε η Ελληνική Ιστορία δύο αιώνων και δύο πολέμων, των σημαντικότερων ίσως στην διαδρομή της.

Με αφορμή αυτή την ανάμνηση, που διατηρείται ολοζώντανη μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, ας προσπαθήσουμε τώρα να προσεγγίσουμε το σημερινό νόημα της επετείου της παλιγγενεσίας του Έθνους.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι απλοί αγράμματοι άνθρωποι των χωριών μας, γνωρίζουν την ιστορία μέσα από τη δική τους τη ζωή. Διηγούνται το πέρασμα του Πατροκοσμά και του Κατσαντώνη από το χωριό τους, λες και ήταν ένα γεγονός που συνέβη μόλις χθες, κι ας πέρασαν από τότε 200 και παραπάνω χρόνια.

Γι' αυτούς, το μέρος που σκοτώθηκε ο γιος του Αλή Πασά, ο Βελής, δεν είναι μια απλή τοποθεσία. Είναι το μέρος που περπατάνε καθημερινά βόσκοντας τα πρόβατά τους. Το γνωρίζουν σαν την παλάμη του χεριού τους. Ξέρουν πού ακριβώς βρίσκονταν ο Καραϊσκάκης, από πού πυροβόλησε ο Κατσαντώνης και γιατί διάλεξαν αυτή τη θέση για την ενέδρα.

Το σπίτι εκείνου του παπά που κόνεψε ο Τούρκος με τη συνοδεία του, παρ' όλο που δεν υπάρχει πια, είναι συγκεκριμένο. Βρισκόταν εκεί. Ο παπάς εκείνος έχει οντότητα. Είναι υπαρκτός, συγχωριανός τους, όχι μια αφηρημένη ιστορική προσωπικότητα. Και το κυριότερο: Την ιστορία δεν τη διάβασαν σε κάποιο βιβλίο. Τους τη διηγήθηκε ένα βράδυ η γιαγιά τους. Έφτασε σ' αυτούς με την αμεσότητα της προφορικής παράδοσης, που τώρα πια έχει εκλείψει.

Γι' αυτό οι άνθρωποι εκεί έχουν μια πλήρη μέθεξη με την ιστορία. Κάτι που οι δικές μας γενιές δεν πρόκειται ποτέ να πετύχουν. Γι' αυτό τα παιδιά μας σήμερα δεν ξέρουν τι γιορτάζουμε. Γι' αυτό δεν καταλαβαίνουν το νόημα της επετείου. Δεν το ζουν, δεν το βιώνουν. Είναι ξένο.

Στις πόλεις το τοπίο έχει αλλάξει. Ποιος μπορεί να φανταστεί σήμερα, ότι εκεί που αρχίζει η οδός Καρπενησιώτου στην πλατεία, υπήρχε ένα ποτάμι; Ποιος μπορεί να φανταστεί ότι όταν επιτέθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης στον Μουσταή πασά της Σκόνδρας, στο Καρπενήσι, εκείνος είχε φτάσει εδώ με 12 χιλιάδες στρατό;

Για να στρατοπεδεύσουν τόσοι άνθρωποι χρειάστηκε να σκορπίσουν σχεδόν σε όλη τη Μεσοχώρα μέχρι το Κεφαλόβρυσο. Δώδεκα χιλιάδες άντρες, λεροί, αγροίκοι, βίαιοι, με όλη τους τη συνοδεία: σιδεράδες, οπλουργούς, ξυλουργούς, μάγειρες, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια. Πέρασαν μέσα από την κεντρική πλατεία, κατέβηκαν αυτή ακριβώς την κατηφόρα για να πάνε προς το λόφο του Αγίου Δημητρίου. Φαντάζεστε τι πανικό προκάλεσε στους κατοίκους αυτό το πέρασμα;

Τι να σκέφτονταν τα κορίτσια και οι γυναίκες που κλεισμένες στα σπίτια τους έτρεμε το φυλλοκάρδι τους, καθώς περίμεναν να περάσουν τόσοι άνθρωποι, με τα εφόδια και τα κάρα και τα ζώα τους; Θα χρειάστηκαν σίγουρα πάνω από τρεις ώρες!

Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ήταν παρούσα. Οι πέτρες της, ο τρούλος της τους είδαν! Κάποιοι από αυτούς θα ξεπέζεψαν και θα ξεκουράστηκαν στους τοίχους της!  Μόνο αν σχηματοποιήσουμε έτσι την Ιστορία, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τη σημασία της επετείου.

Όλοι όσοι συμφώνησαν να βοηθήσουν τον Μπότσαρη τότε, δεν ήταν ήρωες. Ήταν απλοί άνθρωποι που διακινδύνευαν τη ζωή τους, που δεν άντεχαν άλλο τον εξευτελισμό και την συνεχή αγωνία του υπόδουλου.

Αλλά η γιορτή είναι διπλή. Ταυτόχρονα με την εθνεγερσία, η εκκλησία γιορτάζει και τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Σε ποια τηλεόραση όμως και σε ποια συζήτηση θα ακουστεί κάτι, για το τι σημαίνει αυτή η γιορτή; Ποιος θα πει ότι σαν σήμερα ο άνθρωπος έμαθε για πρώτη φορά ότι του συγχωρείται το προπατορικό αμάρτημα και ότι γλιτώνει από τα σκοτάδια του θανάτου;

Γιατί αυτή ήταν η χαρμόσυνη είδηση που έφερε ο Άγγελος στην Παναγία.

Τόσους πολλούς αιώνες μακριά από τον Παράδεισο, ο άνθρωπος είχε αποξενωθεί από τον Δημιουργό και χρειαζόταν αυτή την εκδήλωση της Θείας Ευσπλαχνίας για να ξαναβρεί το δρόμο του προς τη Λύτρωση.

Είναι πραγματικά αφάνταστη η μεγαλοθυμία του Θεού, που συγχωρώντας το προπατορικό αμάρτημα, ήρθε στη γη παίρνοντας σάρκα και οστά, με σκοπό να θυσιαστεί, να τιμωρηθεί Εκείνος με την σκληρότερη τιμωρία, εξιλεώνοντας την ανθρωπότητα.

Αυτοί που ξεκίνησαν την επανάσταση, οι μορφωμένοι, τα είχαν διαβάσει όλα αυτά. Αυτοί που πολέμησαν στην επανάσταση, οι αγράμματοι, τα είχαν ακούσει, γι' αυτό δέχτηκαν να την ξεκινήσουν αυτή την ημέρα, που έτσι κι αλλιώς ήταν φορτισμένη με το ευχάριστο άγγελμα της ανθρώπινης σωτηρίας.

Φυσικά, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι οι μάχες άρχισαν νωρίτερα, καθώς τότε, και σε συνθήκες πολέμου ήταν πολύ δύσκολος ο απόλυτος συντονισμός. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ακυρώσει τη σημασία της απόφασης, και το πόσο δεμένη ήταν εκείνα τα χρόνια η παράδοση με τη θρησκεία και τη ζωή.

Όπως, στέναζε το ανθρώπινο γένος παγιδευμένο στα σκοτάδια της αμαρτίας, έτσι υπέφερε και το ελληνικό γένος, στη σκλαβιά για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια.

Εντούτοις, ο λαός μας, αυτός ο περήφανος λαός, δεν αφομοιώθηκε, δεν παρασύρθηκε από τις πλάνες υποσχέσεις του κατακτητή, δεν υπέκυψε στις αφόρητες πιέσεις και τα βασανιστήρια που τον υπέβαλε.

Κι όπως ο κόσμος λυτρώθηκε από τα μαρτύρια του Άδη, έτσι και η Ελλάδα  λυτρώθηκε από τη αβάσταγη τούρκικη σκλαβιά, μια μέρα ανοιξιάτικη, μια μέρα του Μάρτη που η φύση ξαναβλασταίνει μετά από τον ύπνο του χειμώνα.

 Γι' όλα τούτα, πρέπει να εστιάζουμε στην ουσία. Πρέπει να κρατάμε την Ιστορία ζωντανή μέσα μας, σαν τον μπάρμπα Ηλία από τη Χρύσω. Για να μπορούμε να γινόμαστε ήρωες όπως εκείνος, όταν χρειαστεί.

Για να μπορεί να γίνει πράξη η ευχή του Κάλβου στην Ωδή του για το Καρπενήσι και τον Μάρκο Μπότσαρη:

Ψυχαί μαρτύρων, χαίρετε·

την αρετήν σας άμποτε

να μιμηθώ εις τον κόσμον,

και να φέρω την λύραν μου

με σάς να ψάλλω.