Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

ev media-logo


Αγιοποιημένοι ήρωες. Ο πανηγυρικός για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, που εκφώνησε ο Διονύσης Παρούτσας (ΕΝΤΥΠΗ)

Πολλοί αναγνώστες, επικοινωνώντας με τον συντάκτη αυτής της στήλης εξέφρασαν την επιθυμία να έχουν πρόσβαση στον πανηγυρικό της 28ης Οκτωβρίου, ο οποίος προκάλεσε αρκετή συζήτηση τις προάλλες. Θέλοντας να μοιραστώ λοιπόν αυτές τις σκέψεις και με όσους δεν παραβρέθηκαν στην πλατεία, τον παραθέτω εδώ αυτούσιο. 827

«Σεβασμιότατε, αγαπητοί συμπολίτες,

Ας είμαστε ειλικρινείς: Οι πιο πολλοί από εμάς, δεν βλέπουμε την ώρα να τελειώνει αυτή η υποχρέωση και να συνεχίσουμε τη μέρα μας. Τα τελευταία χρόνια η τοπική αυτοδιοίκηση αντιμετωπίζει όλο και συχνότερα, έναν περίεργο πονοκέφαλο: Σε ποιον να αναθέσει την εκφώνηση του πανηγυρικού για τις εθνικές επετείους. Σε παλιότερες εποχές, εθιμικώ δικαίω, την αποστολή αναλάμβανε ένας δάσκαλος, ένας διευθυντής σχολείου ο οποίος οριζόταν "ετσιθελικά" και το ζήτημα τελείωνε εκεί. Αλλά και η εθελοντική προσφορά δεν έλειπε. Σήμερα όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Σήμερα αυτός που θα σταθεί εδώ να μιλήσει, πρέπει όχι μόνο να το θέλει πραγματικά αλλά και να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη δυσφορία των παρισταμένων, την υποχρεωτικότητα του πράγματος, την αδημονία των εφήβων που περιμένουν δίπλα στο μνημείο να "τελειώσει" η αγγαρεία, την κακοφωνία των μεγαφώνων, την φασαρία των μικρών παιδιών.

Σήμερα, την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της άμεσης πρόσβασης στην είδηση από κάθε πλευρά και της απομυθοποίησης των πάντων, δεν μπορεί κάποιος να σταθεί εδώ και να φωνάξει απλά "Ζήτω η Ελλάδα", να αρχίσει τις μεγαλοστομίες και τους επαίνους των προγόνων, χωρίς να θεωρηθεί, αν όχι γραφικός, τουλάχιστον τετριμμένος και με ξύλινο λόγο.

Η εποχή μας δεν δέχεται θέσφατα,  δεν αποδέχεται άνωθεν σωτήρες, δεν εμπιστεύεται τις αυθεντίες. Απαιτεί αποδείξεις και αιτιολόγηση απαιτεί ταχύτητα, απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα. Και κυρίως απαιτεί αυτό που της λείπει περισσότερο: Συναίσθημα.

Γιατί όμως η συμμετοχή σε ένα εθνικό εορτασμό να έχει καταστεί αγγαρεία, και γιατί η συμμετοχή σε μια πορεία για την δολοφονία λόγου χάριν του Παύλου Φύσσα, μαζεύει τόσο κόσμο, συγκεντρώνει τόσο πάθος και εγείρει τέτοια έξαρση; Είναι απλό:

Φταίει η χρονική απόσταση, φταίει η αγιοποίηση των ηρώων και η αποξένωσή τους από την πραγματικότητά μας. Πριν σαράντα χρόνια, όταν εγώ ήμουν παιδάκι, εδώ μπροστά υπήρχαν καθίσματα όπου καθόντουσαν άνθρωποι κουτσοί, τυφλοί, δίχως χέρια, άνθρωποι που είχαν τραυματιστεί και είχαν επιβιώσει από τον πόλεμο. Η αναφορά στα γεγονότα τους έφερνε δάκρυα στα μάτια, και τα παιδιά τους συγκινούνταν επίσης διότι είχαν πρόσφατο το δράμα της απώλειας.

Για τα παιδιά αυτά όμως που κρατούν τη σημαία σήμερα, οι νεκροί του έπους του 40 είναι πλέον ξένοι, άγνωστοι, συγκαταλέγονται σε μια λίστα ονομάτων που περιλαμβάνει εγγραφές όπως Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Βελισάριος, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Δαβάκης. Ονόματα που πολλές φορές –και πάντως όχι αναίτια και οπωσδήποτε χωρίς ευθύνη των ίδιων– συγχέονται  και αλληλοεπικαλύπτονται.

Κι αυτό κάνει πολλούς από μας τους μεγαλύτερους να στενοχωρούμαστε, να θυμώνουμε, να κατηγορούμε την τηλεόραση και τους δασκάλους ότι δεν διδάσκουν πια ιστορία, ότι έχουν ξεχάσει πια τα ιδεώδη της φυλής, ότι ο κόσμος μας πάει αναντίρρητα από το κακό στο χειρότερο.

Πόσο άδικο όμως είναι αυτό για τα παιδιά μας και για μας τους ίδιους! Διότι όλοι μας δεν θα διστάζαμε να συμμετέχουμε ψυχή τε και σώματι σε μια εκδήλωση που θα αφορούσε τον αγώνα ενάντια στον φασισμό που απλώνει τα μαύρα του φτερά πάνω από την Ευρώπη. Όλοι μας ανησυχούμε όταν βλέπουμε τον απομονωτισμό να παίρνει τα ηνία στην Ιταλία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στη Μεγάλη Βρετανία, στην Αμερική. Όσο και να μας ενοχλούν τα καραβάνια των προσφύγων στην καθημερινότητά μας, όλοι μας, κατά βάθος, συναισθανόμαστε το δράμα τους, συμπάσχουμε. Και κατά βάθος όλοι μας αισθανόμαστε μια δόση περηφάνιας που κρατάμε αυτή τη στάση –άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο.

Τώρα με το διαδίκτυο είναι πολύ εύκολο να δει κανένας ότι η κατάσταση στον κόσμο μοιάζει όλο και περισσότερο με την κατάσταση που επικρατούσε λίγο πριν το 1940. Φόβος, μισαλλοδοξία, κλείσιμο των χωρών στο καβούκι τους. Και τότε, η νεολαία θεωρούνταν μαλθακή, έλεγαν ότι ο κινηματογράφος τους είχε κάνει νωθρούς, ότι η χυδαία μουσική τους είχε αποχαυνώσει, ότι ο ηδονισμός τους είχε κατακυριεύσει και ότι τα ναρκωτικά τους είχαν αλλοτριώσει.

Κι όμως, λίγους μήνες μετά, αυτή η νεολαία μεγαλούργησε, έγραψε ιστορία, έχυσε το αίμα της στην Πίνδο και τα βουνά της Αλβανίας, αφήνοντας μάλιστα τα κόκκαλα της εκεί. Συνέθλιψε τον φασισμό, συνέτριψε τον εθνικοσοσιαλισμό. Δεν χρειάζονται μεγαλοστομίες και ρητορικά σχήματα για να τους ξαναφέρουμε κοντά μας, για να τους αναστήσουμε και να ταυτιστούμε μαζί τους. Αρκεί μόνο να διαπιστώσουμε πόσο ίδιοι με μας ήταν, πώς ένιωθαν τα ίδια πράγματα και πως είχαν τους ίδιους φόβους, τα ίδια όνειρα αλλά και τον ίδιο εχθρό να πολεμήσουν.

Ήμασταν εμείς! Και τότε και τώρα και στον αιώνα τον άπαντα. Αν χρειαστεί κι εμείς θα κάνουμε το καθήκον μας, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς ενδοιασμούς. Πολύ περισσότερο σήμερα από τότε, γιατί σήμερα είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι, περισσότερο συνειδητοποιημένοι για το τι απαιτείται και για το τι διακυβεύεται.  

Οι καταστάσεις είναι εκείνες που επιβάλλουν τις εξαιρετικές πράξεις. Για το λόγο αυτό ακριβώς, είναι ανόητο να υποστηρίζει κάποιος ότι σήμερα «οι νέοι, θολωμένοι από τους υπολογιστές, δεν είναι άξιοι για τίποτα». Όταν η ανάγκη είναι πιεστική, πάντα κάποιος θα κάνει «το κάτι παραπάνω». Ένα απλό μικρό βήμα. Αυτός θα βρει έναν ακόμη κι εκείνος άλλον ένα. Και στο τέλος το αποτέλεσμα μπορεί να είναι τόσο μεγάλο όσο η προσπάθεια απελευθέρωσης ενός λαού, ή, έστω, η συμμετοχή σε μια πορεία για την προάσπιση της Δημοκρατίας, ή η εθελοντική προσφορά στην αντιμετώπιση μιας καταστροφής όπως η πυρκαγιά στο Μάτι!

Με αυτή την οπτική δεν είναι καθόλου δύσκολο να μιλήσει κάποιος μια μέρα σαν αυτή, κάτω από τον γαλανό ουρανό της πατρίδας μας για ιδέες όπως η αλληλεγγύη, η ελευθερία, ο πατριωτισμός. Με αυτή την οπτική μπορούμε και πάλι να επανασυνδέσουμε το αόρατο νήμα που ενώνει το χθες με το σήμερα και τους παππούδες μας με τα εγγόνια μας. Κι αν αυτό συμβεί, τότε θα νιώσουμε την περηφάνια που αξίζει στη μέρα, τότε το ακροατήριο θα πάψει να κουράζεται και θα καταλάβει ότι η Ιστορία δεν είναι κάτι ξεκομμένο και ξεπερασμένο, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα την οποία διαμορφώνουμε μέρα με τη μέρα όλοι μας.

Με αυτή την οπτική δεν είναι καθόλου δύσκολο να αισθανθούμε περήφανοι που είμαστε Έλληνες, και να βροντοφωνάξουμε χωρίς ενδοιασμό, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ!»