Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ev media-logo

Σαν σήμερα, το 1962, πέθαινε ο Ευρυτάνας αφανής ήρωας της εποποιΐας του '40, Χαράλαμπος Κατσιμήτρος

Στις 20 Φεβρουαρίου 1962 απεβίωσε ο Ευρυτάνας Στρατηγός, ήρωας της εποποιΐας του '40, Χαράλαμπος Κατσιμήτρος. Ήταν στρατηγός του Στρατού Ξηράς που διακρίθηκε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1886 στο χωριό Κλειτσός -όπου παλαιότερα υπήρχε και οικισμός με το όνομα «Κατσιμητραίικα»- του νομού Ευρυτανίας και πέθανε την Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 1962 στην Αθήνα. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Βασιλική Κατσιμήτρου, αγρότες και κτηνοτρόφοι στον Κλειτσό. Είχε έναν αδελφό τον ιερέα Νικόλαο Κατσιμήτρο και δύο αδελφές, την Ανδρομάχη Σταθουλόπουλου και την Καλλιόπη Στούπη. Ο ανηψιός του Γεώργιος Νικολάου Κατσιμήτρος νυμφεύθηκε τη Βασιλική Οικονομίδου, αδερφή του Ζαχαρία Οικονομίδη.katsimitros-epos-1940-0

Ήταν παντρεμένος με την Ελένη Κατσιμήτρου και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, το Γεώργιο Κατσιμήτρο, μετέπειτα υποστράτηγο του Ελληνικού Στρατού και τη Βασιλική, σύζυγο Αλέκου Σπηλιόπουλου. (Σημαντικά βιογραφικά στοιχεία περιέχονται στο άρθρο του Ιωάννη Κατσομήτρου, Στρατιωτικός Οίκος Μεσοχωρίου Κλειτσού Ευρυτανίας, στην εφημερίδα «Τα Νέα του Κλειτσού», φυλλ. 60, Οκτ.-Δεκ. 2014) και στο βιβλίο «Χαράλαμπος Κατσιμήτρος. Ο Ευρυτάνας Στρατηγός της νίκης του 1940», έκδ. της Ένωσης Ευρυτάνων Επιστημόνων, Αθήνα 1993).

Ο Χαρ. Κατσιμήτρος κατατάχθηκε το 1904 ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό και το 1911 εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών από την οποία αποφοίτησε το Σεπτέμβριο του 1912 με το βαθμό του ανθυπασπιστή του Πυροβολικού.

Πήρε μέρος την περίοδο 1912-1913 στους Βαλκανικούς πολέμους, ενώ πολέμησε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο ως διοικητής λόχου. Το Νοέμβριο του 1920 έγινε Ταγματάρχης και στη συνέχεια την περίοδο 1921-1922 συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου ως διοικητής τάγματος στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922, αμύνθηκε γενναία στις επιθέσεις των Τούρκων στο Κέντρο Αντιστάσεως Χασάν Μπελ. Το Χασάν Μπελ δεν καταλήφθηκε και ο διοικητής της 57ης Τουρκικής μεραρχίας Ρεσάτ Μπέης που είχε ως αποστολή τη κατάληψη του, αυτοκτόνησε εξ αιτίας της αποτυχίας του να εκτελέσει την αποστολή του, ενώ ο Κατσιμήτρος τραυματίστηκε στο γόνατο στις 13 Αυγούστου 1922 και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στη Σμύρνη. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις του Υπουργείου Στρατιωτικών και του Γενικού Στρατηγείου, ενώ την περίοδο 1924-1925 φοίτησε στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και έγινε επιτελικός αξιωματικός. Στις 11 Ιανουαρίου 1937 έγινε υποστρατήγος και διετέλεσε Διοικητής της 7ης Μεραρχίας Δράμας και της 9ης Μεραρχίας Κοζάνης.

Στις 9 Φεβρουαρίου 1938 ανέλαβε διοικητής της 8ης Μεραρχίας Πεζικού στην περιοχή της Ηπείρου με έδρα τα Ιωάννινα, η οποία αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Ηπειρώτες, που σε κάθε περίπτωση θα αγωνίζονταν κυριολεκτικά «υπερ βωµών και εστιών». Εκεί εργάστηκε μεθοδικά και ολοκλήρωσε τη γραμμή άμυνας, ώστε να αντιμετωπίσει πιθανή επίθεση της Ιταλίας, που κατείχε την Αλβανία. Η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί υποχρέωσε το Γενικό Επιτελείο Στρατού στα τέλη του μηνός Αυγούστου 1939 να διατάξει τη μερική και στις 5 Οκτωβρίου 1940, τη γενική επιστράτευση της 8ης Μεραρχίας.

Με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην Ημερήσια Διαταγή της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Χαρ. Κατσιμήτρος ανέφερε: «…Αξιωματικοί και οπλίται της VIΙI Μεραρχίας. Ο πρέσβυς της Ιταλίας εν Αθήναις εζήτησεν από την κυβέρνησιν ημών να εισέλθει ιταλικός στρατός εις το έδαφος μας. Η Κυβέρνησις απέρριψε την αίτησιν ταύτην και διέταξεν αντίστασιν και απόκρουσιν της εισβολής. Ήδη διεξάγεται το στάδιον της εκτελέσεως του υπερτέτου προς την πατρίδαν καθήκοντος, δι’ αντιστάσεως, μέχρις εσχάτων, συμφώνως προς το σχέδιον ενεργείας. Αμυνθήτε του ιερού πατρίου εδάφους μετά φανατισμού εναντίον του επιδρομέως, όστις ήλθε να προσβάλη τούτο αναιτίως. Αναμνησθήτε των ενδόξων παραδόσεων του Έθνους μας και πολεμήσατε μετά λύσσης κατά του εχθρού…».

Στις 30 Οκτωβρίου 1940, σε επιστολή που έστειλε στη σύζυγό του Ελένη και διέσωσε ο γιος του Γεώργιος κι αυτός ανώτατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, γράφει:

«Αγαπημένη μου Ελένη,
….Μην ανησυχής, καλά πάνε τα πράγματα. Το σχέδιόν μου εφαρμόζεται όπως έχει καθορισθή εκ των προτέρων, μην πιστεύης καμμίαν διάδοσιν, γιατί όλα είναι φήμαι αδέσποτοι….Κρατάμε καλά και εντός ολίγou θα τους κανονίσωμε όπως χρειάζεται. Εξαιρετική είναι η δράσις του πυροβολικού μας το οποίοv έχει καταστρέψει αρκετά άρματα μάχης του εχθρού και το βαρύ πυροβολικό του το εσίγησε.
Σε ασπάζομαι Χαράλαμπος».

Όπως αναφέρει ο Κατσιμήτρος στο βιβλίο του «Η Ήπειρος Προμαχούσα», στην Ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας υπήρξε συμμετοχή αλβανικών δυνάμεων, τουλάχιστον στον τομέα ευθύνης της Μεραρχίας του, ενώ ήδη από τον Οκτώβριο του 1940 ο Αλβανός υπουργός Δικαιοσύνης συγκροτούσε συμμορίες με σκοπό να δράσουν στο ελληνικό έδαφος, άποψη που επιβεβαιώνει και ο Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, που σημειώνει, «…Όλες οι ιταλικές μεραρχίες πεζικού ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών…».

Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, ως διοικητής της 8ης Μεραρχίας εξουδετέρωσε την επίθεση και διέταξε σθεναρή άμυνα στον τομέα Ελαίας-Καλαμά, αν και το στρατηγείο του είχε επιτρέψει να υποχωρήσει σταδιακά προς το νότο έως την κοιλάδα του Αράχθου και με την ηρωική του αντίσταση στο Καλπάκι, συντέλεσε στην τελική νίκη. Η πτώση του Ελληνικού μετώπου τον Απρίλιο του 1941, τον βρήκε στα Ιωάννινα και με την διάλυση της 8ης Μεραρχίας, οι στρατιώτες της- κατά πλειοψηφία Ηπειρώτες- γύρισαν στα σπίτια και στα χωριά τους και ο στρατηγός εξέδωσε την τελευταία του Ημερήσια Διαταγή στην Φιλιππιάδα στις 29 Απριλίου και αμέσως μετά επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου και έλαβε διαταγή να μεταβεί στην Αθήνα.

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα συμμετείχε στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση.
Διετέλεσε Υπουργός Εργασίας και προσωρινώς υπουργός Γεωργίας από τις 30 Απριλίου 1941 έως τις 8 Μαΐου 1941, στην κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου.

Ανέλαβε καθήκοντα το πρωί της 1ης Μαΐου και έγινε δεκτός με ιδιαίτερα θερμό τρόπο από τους υπαλλήλους του υπουργείου, στους οποίους είπε, «…Τώρα πού τελείωσε ο πόλεμος, το υπουργείο έχει σπουδαιοτάτην αποστολήν, διότι έχει να αντιμετώπιση το πλήθος των αποστρατευμένων εργατών στους οποίους πρέπει να εξασφαλισθεί οπωσδήποτε εργασία. Τα προβλήματα τα όποια ορθούνται ενώπιον μας είναι πολλά και σοβαρά και μόνον με την άοκνη και επίμονη εργασία θα αντιμετωπισθούν…».

Συνελήφθη δύο φορές από άνδρες του Ε.Λ.Α.Σ. στις 12 και στις 28 Δεκεμβρίου 1944, την πρώτη φορά μαζί με τον γιο του Γεώργιο, τότε μαθητή Γυμνασίου και μετέπειτα αξιωματικό του στρατού, στο σπίτι της οικογένειας στο Παγκράτι. Τους οδήγησαν στο Κατσιπόδι όπου ήταν η έδρα του «Καπετάν-Νέστορα», ψευδώνυμο του Σπύρου Κωτσάκη, διοικητού του Α’ Σώματος του Ε.Λ.Α.Σ., όπου και κρατήθηκαν για δύο μόνο ημέρες.

Αλλά και στη δεύτερη σύλληψη του από τον Ε.Λ.Α.Σ. ο Κατσιμήτρος στάθηκε τυχερός. Μέσω Ηλιουπόλεως και Υμηττού τον μετέφεραν οι Ελασίτες στην Κηφισιά όπου τον αναγνώρισε παλιός στρατιώτης του στην 8η Μεραρχία. (Ο στρατιώτης είχε εκτιμήσει βαθύτατα την άδεια πού του είχε δώσει ό στρατηγός για να επισκεφθεί την επίτοκη σύζυγο του, την ώρα πού άλλοι αξιωματικοί, λόγω πολέμου του το είχαν αρνηθεί. Και σε ανταπόδοση της καλοσύνης εκείνης άφησε κρυφά ελεύθερο τον στρατηγό. Αργότερα, όταν ο στρατιώτης αυτός είχε παραπεμφθεί σε δίκη, ο Κατσιμήτρος έσπευσε και κατέθεσε, προς γενική κατάπληξη του δικαστηρίου, ως μάρτυρας υπερασπίσεως, και τον αθώωσε).

Στις αρχές του 1945 ο τότε πρωθυπουργός στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας τον επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία και του ζήτησε να μεταβεί στην Κέρκυρα, να συγκεντρώσει τις ανταρτικές δυνάμεις του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα και να αναδιοργανώσει την 8η Μεραρχία, όμως την επομένη τον κάλεσε και του ανακοίνωσε την ματαίωση της μετάβασης, καθώς είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των κατηγορουμένων ως δοσιλόγων. Ο Κατσιμήτρος και άλλοι κατηγορούμενοι στρατιωτικοί, που υπήρξαν πρώην υπουργοί, παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Η ειδική κατηγορία που τον βάρυνε αναφέρονταν στη στρατιωτική του δράση:
«α) στρατιωτικοί όντες και δη στρατηγοί, διοικηταί σωμάτων στρατού και μεραρχιών παρά την εντολήν παρά του αρχηγού του στρατού εγκατέλιπον την θέσιν των ενώπιον του εχθρού,
β) τυγχάνοντες στρατηγοί και διοικηταί ενόπλου στρατεύματος εις ανοικτόν τόπον διεπραγματεύθησαν μετά του εχθρού την σύναψιν ανακωχής, συνθηκολογήσαντες μετ αυτού χωρίς προηγουμένως να πράξουν ό,τι το καθήκον και η στρατιωτική τιμή υπηγόρευε αυτοίς, εκ της τοιαύτης δε συνθηκολογήσεως κατέθεσεν τα όπλα το υπό την διοίκησιν αυτών στράτευμα…».

Απολογήθηκε στις 21 Απριλίου 1945 και σύμφωνα με όσα είπε στην απολογία του ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, μετά τα Δεκεμβριανά του προτάθηκε να αναλάβει την αναδιοργάνωση της 8ης Μεραρχίας κι ενώ ετοιμάζονταν να ταξιδέψει στην έδρα της Μεραρχίας, «…του ανεκοινώθη ότι η διαταγή ανεκλήθη διά λόγους πολιτικούς και ωδηγήθη τελικώς εις το εδώλιον με κουστωδίαν χωροφυλάκων ο ήρως του Καλπακίου ως προδότης», ενώ πρόσθεσε ότι η υπουργική του θητεία υπήρξε άψογη και ανιδιοτελής και ζήτησε από το δικαστήριο, «…να τον αποδώσει λευκόν εις την κοινωνίαν..». Επιχείρησε ακόμη, να διαχωρίσει τη θέση του για τη συνθηκολόγηση, πρόβαλλε την πολεμική δράση του στην Ήπειρο και υποστήριξε ότι έμαθε για την ανακωχή, ενώ βρισκόταν στο μέτωπο. Κλήθηκε στα Γιάννενα στις 29 προς 30 Απριλίου 1941 κι εκεί έμαθε ότι είχε οριστεί υπουργός Γεωργίας και ανέλαβε μετά από παρότρυνση του μητροπολίτη Σπυρίδωνα, που το 1944 του πρότεινε ν’ αναλάβει υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη.

Η απόφαση εκδόθηκε στις 31 Μαΐου 1945, λίγο μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, και με αυτήν καταδικάστηκε σε κάθειρξη 5,5 ετών, «διότι γενόμενος υπουργός συνέπραξεν μετά του πρωθυπουργού εις την εκτέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων της συνεργασίας και διευκολύνσεως..» που παρείχε στις δυνάμεις Κατοχής και αποπέμφθηκε από το στράτευμα με παράλληλη έκπτωση από το βαθμό του αντιστράτηγου και για την έκτιση της ποινής του οδηγήθηκε και κρατήθηκε στις φυλακές Ζελιώτη.

Στις 5 Οκτωβρίου 1949 με διάταγμα του Βασιλέως Παύλου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, του χαρίστηκε το υπόλοιπο της ποινής του και αποφυλακίστηκε. Το 1953 αποκαταστάθηκε στο βαθμό του και προήχθη στο βαθμό του αντιστράτηγου. Παράλληλα τέθηκε σε αναδρομική αποστρατεία από το 1947, λόγω της συμπλήρωσης του ηλικιακού ορίου και του αποδόθηκαν όλα τα παράσημα του, από τον τότε πρωθυπουργό στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.
Υπήρξε Τέκτονας μυηθείς στη στοά «Φοίνιξ» των Αθηνών.

Εξέδωσε το βιβλίο «Η Ήπειρος προμαχούσα- Η δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμον 1940-41», Αθήναι 1954. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του έως το 1962 σε οικία κοντά στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα, όπου έκανε την καθιερωμένη καθημερινή του βόλτα.

Η προτομή του κοσμεί την πλατεία της γενέτειράς του. Η πόλη των Ιωαννίνων τον ανακήρυξε επίτιμο δημότη της και έδωσε το όνομά του σε μία από τις οδούς της και σε ένα στρατόπεδο στην περιοχή, ενώ έχει στηθεί ανδριάντας του στην Πλατεία Ηρώων, όπως επίσης στο Καλπάκι και στο Δήμο Παπάγου στην περιοχή της Αθήνας. Ο Δήμος Αθηναίων ονοματοδότησε στην Κυψέλη οδό «Στρατηγού Χαράλαμπου Κατσιμήτρου». Παράλληλα με ομόφωνη απόφαση του ανωτάτου στρατιωτικού συμβουλίου η 8η Μεραρχία Πεζικού μετονομάστηκε σε 8η Μεραρχία Πεζικού «Ηπείρου–Κατσιμήτρος».

(Με στοιχεία του Γιάννη Οικονομίδη)