Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

ev media-logomenoume spiti-small

Μια παλιά αληθινή ιστορία, ποίημα της Κ. Κουκούτση (μέρος β’ και γ’)

συνέχεια ποιήματος "Μια παλιά αληθινή ιστορία" (δείτε εδώ το α' μέρος)

(Μέρος β' και γ')889-890

Η κόρη είχε μυστικό 

και τότε του το λέει 

κι απ’ τον βαρύ τον πόνο της 

αρχίνησε να κλαίει 

 

Γιώργο μου μες στα σπλάχνα μου 

καρπός του έρωτά μας 

Γιώργο μου η αγάπη μας 

Γιώργο μου η καρδιά μας 

 

 

Φύτρωσε και κρυφά-κρυφά

όλο και μεγαλώνει

κι αν δεν με πάρεις Γιώργο μου

τίποτα δεν με σώνει


Ο Γιώργος που’ τανε δειλός 

δειλός και φοβισμένος 

στο πόδια τότε το’ βαλε 

φοβήθηκε ο καημένος 

 

 

Η κόρη απελπίστηκε 

τίποτα δεν τη σώνει

και πήρε την απόφαση 

μια μέρα στο μπαλκόνι

 

Απόκριες κι η μάνα της 

τσιγάριζε γιομίδια 

κι η μυρωδιά την άγγιξε 

φεύγοντας για τα γίδια

 

 

Μάνα μου δώσ’ μου μια μπουκιά  

Μάνα μου δώσ’ μου δύο

τρύπησε η καρδούλα μου

μανούλα μου θα φύγω 

 

Κόρη το βράδυ που θα ΄ρθείς 

τον καπαμά θα φάμε

Σοφία κάνε υπομονή 

όλοι μαζί να φάμε

 

Την πήρε το παράπονο 

και φεύγει πονεμένη 

τίποτα πια για κείνηνε 

καλό την περιμένει 


Ανέβηκε σ’ ένα βουνό

κάτω γκρεμός ποτάμι 

και κοίταξε τριγύρω της 

τι άλλο πια να κάνει;

 

Σκέφτηκε τις Σουλιώτισσες 

στις όχθες του Ζαλόγγου 

που πήδηξαν κει στο γκρεμό 

κυλήσανε στο λόγγο

 

και στο ποτάμι πέσανε 

για να απαλλαχτούνε

από ντροπή κι ατίμωση 

απ’ τους Τούρκους μη δεχτούνε 

 

Σταυροκοπιέται η άμοιρη  

και στον γκρεμό πηδάει 

στα βράχια κατρακύλησε 

και στο ποτάμι πάει 

 

Ο λόγος βγαίνει απ’ το χωριό 

απ’ τόνα στόμα στ΄ άλλο 

τι είν’ αυτό που έγινε;

πολύ κακό μεγάλο… 

 

Τη θρήνεσ΄ όλο το χωριό 

κι ο αγαπητικός της 

κείνος μονάχα ήξερε 

κείνο το μυστικό της 

 

Τώρα οι διαβάτες σαν περνούν 

εκεί απ’ το ποτάμι 

φαντάσματα τους κυνηγούν 

δεν είναι πια να πάνε 

 

Βγαίν’ η Σοφία σπαρταρά 

στα αίματα πνιγμένη 

γιατί έφυγε απ’ τη ζωή 

αδικοσκοτωμένη


Φάε μάνα τον καπαμά 

φάε και τα γιομίδια

η κόρη πήγε στο γκρεμό 

δεν ήθελε στολίδια 


Και συ πατέρα άπονε 

κράτα το το χωράφι 

η κόρη σου σκοτώθηκε 

στου ποταμού την άκρη 


Σπείρε σιτάρι κόλυβα 

στην κόρη σου να κάνεις 

και ζήτα και συγχώρεση 

απ΄ τον Πλάστη πριν πεθάνεις 

 

Το ποίημα αυτό το έβγαλα μέσα από μια αληθινή ιστορία που συνέβη πριν πολλά χρόνια στο χωριό μου.

Μου τη διηγούνταν ο πατέρας μου, Διονύσης Δουλαβέρης, που ζει και είναι 99 ετών.