Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

ev media-logo


Σημάδια ανάνηψης. Άρθρο του Διονύση Παρούτσα

ampliani5021

Την περασμένη εβδομάδα στην Άμπλιανη της Δημοτικής Ενότητας Δομνίστας, έγινε μια πολύ όμορφη τελετή στην οποία ο Δήμος Καρπενησίου τίμησε το ζεύγος Αθανασίου και Μαρίνας Μαρτίνου για την προσφορά τους στην εκκλησία του χωριού, χάρη στην οποία αναπαλαιώθηκε το τέμπλο που χρονολογείται από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή για το σημερινό σημείωμα, καθώς η κίνηση τόσο του Δήμου όσο και των δωρητών, σηματοδοτούν συγκεκριμένη στάση ζωής απέναντι στην κοινότητα με την ευρεία της έννοια.

Όλοι γνωρίζουμε ότι την τελευταία τριακονταετία, μέχρι και την έναρξη της οικονομικής κρίσης που βύθισε την κοινωνία μας σε έναν κυκεώνα ανακατατάξεων και προβλημάτων, ο ατομισμός και το προσωπικό συμφέρον ήταν στην πρώτη γραμμή και μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων ανδρώθηκε και λειτούργησε με βασικότερο κίνητρο τη φράση "ό,τι αρπάξουμε". Επί τριάντα χρόνια, η μέθοδος λειτούργησε σχεδόν ικανοποιητικά, καθώς ο κάθε πολίτης κοιτούσε το δικό του συμφέρον, προσπαθώντας να απομυζήσει ό,τι μπορούσε από ένα κράτος, το οποίο προϊόντος του χρόνου αποσαρθρώθηκε και διαλύθηκε, δανειζόμενο ασύστολα χρήματα από τοκογλύφους του εξωτερικού προκειμένου να ασκήσει μια στρεβλή κοινωνική πολιτική, μέσα σε περιβάλλον στρεβλής οικονομικής ανάπτυξης που δημιούργησε έναν γίγαντα με πήλινα πόδια, ένα φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες.

Οι στρεβλώσεις όμως δημιουργούν δυσλειτουργίες, οι δυσλειτουργίες δημιουργούν αγκυλώσεις και οι αγκυλώσεις οδηγούν αργά και επώδυνα στην κατάρρευση, μια κατάρρευση που τώρα βιώνουμε όλοι. Το καλό όμως με τις καταρρεύσεις είναι ότι ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά της επιβίωσης· όταν πέφτεις, ασυναίσθητα απλώνεις το χέρι για να πιαστείς από κάπου – από οπουδήποτε.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ολοφάνερο πως το μοναδικό σημείο στήριξης της παραπαίουσας κοινωνίας μας είναι η αλληλεγγύη, η ενεργοποίηση αμφότερων των κοινοτήτων και του πολιτισμικού μας υποβάθρου, η ιστορική μνήμη των οποίων διατηρείται αλώβητη, προσλαμβάνοντας, θα έλεγε κάποιος, έναν σχεδόν γονιδιακό χαρακτήρα.

Χαρακτηριστικό, λοιπόν, είναι το φαινόμενο της Άμπλιανης, ενός χωριού στο οποίο επί έξι μήνες το χρόνο δεν κατοικεί κανείς. Από τον Απρίλη όμως και μετά, σιγά – σιγά, σαν τα αποδημητικά πουλιά, οι κάτοικοι επιστρέφουν, καθαρίζουν αυλές και κήπους, με αποκορύφωμα τον Αύγουστο να βρίσκονται στο χωριό πάνω από 2000 άτομα, η πλατεία να σφύζει από ζωή, τα μαγαζιά να κάνουν χρυσές δουλειές και η καμπάνα του χωριού να γλυκολαλεί στα διάσελα μια έντονη νοσταλγία περασμένων εποχών στα νάματα των οποίων οι επισκέπτες αναβαπτίζουν το ήθος και το ηθικό τους, ώστε να συνεχίσουν ανανεωμένοι το δύσκολο καθημερινό τους αγώνα στον κάμπο, το χειμώνα που αναπόφευκτα θα έρθει.

Στο πλαίσιο αυτό οι χωριανοί ξανασυναντιούνται, οι ζωές συνεχίζονται από το σημείο που τις άφησαν, οι ανθρώπινες σχέσεις αναζωπυρώνονται με όλα τους τα πάθη, τις φιλίες, τις αγάπες, τις έριδες και τις εντάσεις. Έτσι όπως πρέπει να είναι οι ζωντανές κοινότητες.

Μπορεί, σήμερα, οι δωρεές στην εκκλησία να ξενίζουν κάποιους. Μπορεί το 2012 να μην προσφέρεται για χορηγίες και αναπαλαιώσεις τέμπλων. Μπορεί κάποιοι να πουν πως όταν οι άνθρωποι πεινάνε, το να σκορπίζουμε λεφτά σε μνήμες του παρελθόντος, ικανοποιώντας προσωπικές ματαιοδοξίες, είναι υπερβολικό.

Η αξία της προσφοράς αυτής, όμως, δεν θα διαγνωσθεί ούτε το 2012 ούτε το 2022. Η αξία της προσφοράς θα κριθεί με βήμα αιώνων, το 2112 ή το 2212!

Τότε που κανείς από μας δεν θα βρίσκεται τριγύρω για να κρίνει ή να επικρίνει, τότε που η οικονομική κρίση του 2012 δεν θα σημαίνει τίποτε για κανέναν, τότε που το μόνο ζωντανό, θα είναι ο Ελληνισμός, αυτή η αθάνατη ιδέα που επιβιώνει παντού και πάντα, σαν την αγριάδα που φυτρώνει στα ξερολίθαρα και διαρρηγνύει κονιορτοποιώντας ακόμη και το τσιμέντο της μεγαλούπολης, ακόμη και την άσφαλτο των λεωφόρων.

Στο μέλλον λοιπόν θα κριθεί η προσφορά του καθενός, από την παράδοση όπως αυτή θα περάσει στα παιδιά μας και από τις έρευνες των ιστορικών. Στην Άμπλιανη,  μάλιστα, θα υπάρχει μια σαφής γραμμή που θα ξεχωρίζει το πριν και το μετά: Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν δέκα χρόνια, κάποιοι άλλοι χωριανοί δώρισαν στην εκκλησία δύο καμπάνες και έναν γυάλινο σταυρό, από αυτούς που φωτίζουν τη νύχτα. Και τότε οι καλές προθέσεις ήταν αδιαμφισβήτητες. Ο σταυρός όμως εξέφραζε το "κιτς" τις εποχής του, εξέφραζε εκείνον τον νεοπλουτισμό που επικρατούσε και δεν σεβόταν καμία παράδοση, καμία ιστορική μνήμη. Στις καμπάνες μάλιστα τοποθέτησαν ηλεκτρικό μηχανισμό ώστε να μην παρεμβαίνει ο ανθρώπινος παράγοντας ούτε στην κωδωνοκρουσία ούτε στον ρυθμό! Η υπόθεση δε, έφτασε στα δικαστήρια, οι εντάσεις οξύνθηκαν.

Τελικά, ενώ ο σταυρός βγήκε, παρέμεινε ο ηλεκτρικός μηχανισμός, κατά παρέκκλιση των παραινέσεων και των εντολών των σχετικών υπηρεσιών, της Εφορείας Αρχαιοτήτων και των διαφωνούντων χωριανών. Δεν έφταιγαν φυσικά οι επίτροποι του εκκλησιαστικού συμβουλίου ως άτομα. Σκεφτείτε ότι ακόμα και η ίδια η Μητρόπολη θεώρησε πως η καινοτομία δεν έβλαπτε κανέναν και πως δεν υπήρχε θέμα σύγκρουσης με την παράδοση, αφού οι πάντες διαπνεόμασταν τότε από την κρατούσα τάση.

Τώρα, όμως, με τις αλλαγές που έγιναν και στο τέμπλο, με την αλλαγή της νοοτροπίας των ίδιων των κατοίκων, μένει να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ ο ηλεκτρικός μηχανισμός – αν είναι δυνατό να αφαιρεθεί. Το χωριό γεμίζει κατοίκους το καλοκαίρι, κάποιος θα βρεθεί να αναλάβει την ευθύνη να χτυπάει τις καμπάνες όποτε χρειάζεται.

Και αυτό όχι διότι πρέπει να αρνούμαστε την πρόοδο – κάθε άλλο! Αλλά διότι στη χώρα που κατοικείται αδιάλειπτα επί εφτά χιλιάδες χρόνια και μάλιστα κατά καιρούς δίνει νέα ώθηση στον πολιτισμό, η Μνήμη αναγκαστικά πρέπει να διαπλέκεται με το Όραμα, σε μια διαπλοκή εντελώς άμεπτη,  σε μια σχέση αλληλεπίδρασης και  ουσιαστική που να ευνοεί την εξέλιξη και όχι να την κατευθύνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Μπορεί όλο αυτό το κείμενο να φαίνεται υπερβολικά αισιόδοξο, υπερβολικά εθνοκεντρικό και ίσως κάπως μελοδραματικό. Εντούτοις, αν ενέχει έστω και κάποια ψήγματα της αλήθειας, τότε θα πρέπει να αισθανθούμε σίγουροι για τις μέρες που θα έρθουν, να μακαρίσουμε τα παιδιά μας που θα ζήσουν στην Ελλάδα που τους πρέπει, με οποιαδήποτε κυβέρνηση κι αν επιλέγουν κάθε φορά, είτε αριστερή είτε δεξιά, γιατί οι εκπρόσωποί τους θα είναι πάντα άνθρωποι έμπλεοι της ελληνικής ιστορικής μνήμης, ανεξάρτητα από το χρώμα ή τη φυλή τους.