Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019

ev media-logo


Η κλωνοποίηση των κλώνων. Το άρθρο του Διονύση Παρούτσα

«Ιάπωνες ερευνητές υποστηρίζουν ότι τελειοποίησαν τη μέθοδο που είχε χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία του προβάτου Ντόλι, έτσι ώστε να μπορούν να κλωνοποιούν τους κλώνους επ΄αόριστον και να δημιουργούν έτσι μια αθάνατη σειρά πειραματόζωων.

klonopoiisi

Στη διάρκεια ενός πειράματος που συνεχίζεται εδώ και επτά χρόνια, ερευνητές από την Ιαπωνία δημιούργησαν 26 «γενιές» κλωνοποιημένων ποντικών, καθεμία από τις οποίες είχε κλωνοποιηθεί από την προηγούμενη. Όλα τα πειραματόζωα , συνολικά 581 τον αριθμό, είναι γενετικά αντίγραφα ενός αρχικού ποντικού που κλωνοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2005!

Η βελτιωμένη μέθοδος κλωνοποίησης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κτηνοτροφία ή σε προγράμματα αναπαραγωγής απειλούμενων ειδών: «Η τεχνική αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμα για τη μαζική παραγωγή ζώων ανώτερης ποιότητας, είτε στην κτηνοτροφία είτε για λόγους διατήρησης του περιβάλλοντος» δήλωσε ο Τερουχίκο Γουακαγιάμα, γνωστός «εξπέρ» της κλωνοποίησης και επικεφαλής της μελέτης στο Κέντρο Αναπτυξιακής Βιολογίας Riken, στο Κόμπε της Ιαπωνίας.

Μέχρι σήμερα, οι προσπάθειες «επανακλωνοποίησης» συχνά αποτυγχάνουν λόγω της συσσώρευσης γενετικών βλαβών -στην περίπτωση της αγελάδας, του χοίρου και της γάτας, για παράδειγμα, οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να προχωρήσουν πέρα από την τρίτη «γενιά» κλώνων.

Η ομάδα του Γουακαγιάμα χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο που είχε εφαρμοστεί για τη δημιουργία της Ντόλι το 1996: ο πυρήνας ενός σωματικού κυττάρου, στον οποίο βρίσκονται αποθηκευμένες οι γενετικές του πληροφορίες, εισάγεται μέσα σε ένα ωάριο από οποίο έχει αφαιρεθεί ο δικός του πυρήνας. Το «γονιμοποιημένο» πλέον ωάριο εμφυτεύεται τελικά στη μήτρα μιας παρένθετης μητέρας που θα αναλάβει να κυοφορήσει τον κλώνο.

Προκειμένου να αποτρέψει τη σταδιακή συσσώρευση γενετικών λαθών, ο Γουακαγιάμα χρησιμοποίησε τριχοστατίνη, μια ουσία που εμποδίζει τις λεγόμενες «επιγενετικές» αλλαγές: χημικές τροποποιήσεις στο μόριο του DNA, οι οποίες δεν αλλάζουν μεν τις ίδιες τις πληροφορίες των γονιδίων, μπορούν όμως να αυξάνουν ή να μειώνουν την έκφρασή τους.

Οι Ιάπωνες ερευνητές αναφέρουν ότι το ποσοστό επιτυχίας στις προσπάθειες κλωνοποίησης δεν άλλαζε από τη μία «γενιά» κλώνων στην επόμενη. Όλα τα πειραματόζωα ήταν γόνιμα και παρουσίαζαν φυσιολογική διάρκεια ζωής, περίπου δύο χρόνια».

Όλο αυτό το κείμενο που προηγήθηκε δημιουργεί στον αναγνώστη μια σειρά αντικρουόμενων συναισθημάτων: Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται ηθικά αυτή η βίαιη επέμβαση στη διαδικασία της φυσική επιλογής; Πόσο επικίνδυνο είναι να παρεμβαίνει η τεχνολογία στους θεμελιώδεις νόμους της φύσης, στη βάση των οποίων στηρίχτηκε η ίδια η ζωή στον πλανήτη μας;

Η απάντηση είναι μία και μοναδική: Όταν το κίνητρο της κάθε παρέμβασης έχει ως έδρα την ανόητη και ανούσια ματαιοδοξία, τότε τα αποτελέσματα θα είναι οπωσδήποτε καταστροφικά. Αν το κίνητρο είναι υγιές και έχει ως στόχο την προώθηση της αειφορίας, της φυσικής ισορροπίας και της ανθρώπινης πνευματικότητας, τότε τα αποτελέσματα μπορούν να οδηγήσουν κατ’ ευθείαν στη «θέωση», όπως αυτή περιγράφεται στη σχετική βιβλική αναφορά.

Αν, δηλαδή κάποιος είναι τόσο ανόητος ώστε να «παραγγείλει» ένα «ακριβές του αντίγραφο» με στόχο την επίτευξη της αιωνιότητας θα διαπράξει ένα ανεπαίσχυντο ολίσθημα. Κι αυτό όχι για κανέναν άλλο ηθικό λόγο, αλλά διότι το κλωνοποιημένο αντίγραφο δεν πρόκειται να είναι ο ίδιος άνθρωπος, με τον ίδιο τρόπο που δύο δίδυμα αδέλφια δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος. Η «ψυχή» του καθενός είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Το μόνο που θα επαναλαμβανόταν σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν η εξωτερική εμφάνιση, και πιθανώς κάποιες διανοητικές δυνατότητες. Το αν θα εκδηλωνόταν όμως ή όχι αυτό το δυναμικό, θα εξαρτιόταν από το περιβάλλον κι αυτό το αποδεικνύει περίτρανα κάθε βιολογικό πείραμα στα εργαστήρια των πρωτοετών φοιτητών.

Αν δηλαδή ήταν δυνατό να κλωνοποιήσουμε τον Αϊνστάιν, ή τον Μέγα Αλέξανδρο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είχαμε έναν δεύτερο Αϊνστάιν, ή έναν καινούριο Μ. Αλέξανδρο. Κι αυτό διότι τα αντίγραφά τους θα μεγάλωναν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ο πρώτος δεν θα ταξίδευε με τρένα για να εμπνευστεί τη χωροχρονική θεωρία και ο δεύτερος δεν θα είχε μια μητέρα με τις φιλοδοξίες και τον μυστικισμό της Ολυμπιάδας. Η ίδια η γνώση ότι προέρχονται από ένα κύτταρο των μεγάλων αυτών ιστορικών μορφών, θα αλλοίωνε την ψυχολογική τους υπόσταση και τις αντιδράσεις τους.

Οπότε το μόνο που πρέπει να φοβόμαστε από επιστημονικές εξελίξεις αυτού του είδους, δεν είναι η κακία των ανθρώπων, διότι αυτή δεν μεταβιβάζεται γονιδιακά. Εκείνο που πρέπει να φοβόμαστε είναι η βλακεία τους, η οποία όπως είπε και ο ίδιος ο Αϊνστάιν, μιας και τον αναφέραμε, είναι πιθανόν να είναι μεγαλύτερη και από το σύμπαν το ίδιο.