Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

ev media-logo


«Απόσπασμα ιστορικής μνήμης». Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Μετά την δυστυχή συγκυρία της προηγούμενης εβδομάδας και της απροσδόκητης επαλήθευσης των δυσοίωνων προβλέψεων της στήλης, η μόνη που έχει πλέον δικαίωμα να πάρει το λόγο είναι η Τέχνη, και δη η Λογοτεχνία.

lamprakis-dolofonia

Ο Βασίλης Βασιλικός με το περιώνυμο βιβλίο του με τίτλο "Ζ", στο οποίο περιγράφει τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από τους παρακρατικούς το 1963, είναι ο μόνος μπορεί να δώσει απάντηση σε όσα αγωνιώδη ερωτήματα διατυπώνονται πανταχόθεν προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα που ζούμε.

Ο χώρος είναι μικρός για το εγχείρημα, όμως οι αναγνώστες μας διαθέτουν και την αφαιρετική ικανότητα και την οξύνοια που απαιτείται για να κατανοήσουν τα περιγραφόμενα – και τις αναλογίες τους. Για διευκόλυνση μόνο, ας αναφέρουμε πως ο Γιάγκος είναι ο δολοφόνος του Λαμπράκη και ο Βάγγος ο συνεργός του.

Ο συγγραφέας ψυχογραφεί τους χαρακτήρες τους με απίστευτο τρόπο, και όποιοι έχουν ακόμη απορίες για το τι συμβαίνει στην ψυχή αυτών και όσων άλλων τους ακολούθησαν έκτοτε, στη χώρα μας και αλλού, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τις επιλύσουν μέσα από τα κείμενα που ακολουθούν.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, λίγο πριν την τελική στιγμή. Ο Γιάγκος έχει βάλει μπροστά το τρίκυκλο και ετοιμάζεται για το χτύπημα. Περιγράφει ο συγγραφέας:

"Είχε αρχίσει να του λείπει το κουράγιο. Όσο πλησίαζε η ώρα και τριγύρω του αγρίευαν τα πράγματα, τόσο μια φωνή του έλεγε: «Γιάγκο, μην το κάνεις». Κι ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μέσα του παρόμοια φωνή, αξεδιάλυτα μπλεγμένη με την εξάτμιση της μηχανής του, που ακόμα -πού να 'βρει τα λεφτά;- ήταν χωρίς σιγαστήρες. {div float:right}{module Google (Τετράγωνο 300χ250 κειμενο)}{/div}

Ναι, γιατί του άρεσε να δέρνει τους κόκκινους. Το φχαριστιόταν ως τα μύχια της ψυχής του. Η τελευταία φορά ήταν πριν από τρεις βδομάδες, στην εργατική Πρωτομαγιά. Μπήκε ανάμεσα τους με τα άλλα παιδιά της οργάνωσης και τους έδωσε ένα μαθηματάκι. Προπάντων εκείνου του ψηλού με τα γυαλιά, που δεν ήξερε από πού του ερχόταν κι όλο ρωτούσε: «Γιατί δέρνεις;» «Γιατί έτσι μου γουστάρει, γυαλάκια», του αποκρινόταν ο Γιάγκος και δώσ' του του έριχνε κι άλλη κεφαλιά. Αυτό, μάλιστα, ήταν ξύλο: με το κλομπ συνέχεια του χεριού, με τα χέρια συνέχεια της ψυχής, με την ψυχή συνέχεια της διδασκαλίας του Αρχηγόσαυρου, με τον Αρχηγόσαυρο συνέχεια του Χίτλερ, του μόνου ανθρώπου, όπως έλεγε ο Αρχηγός, που πάσχισε να λυτρώσει τον κόσμο απ' τις κομούνες…

…Ήθελε ακόμα δέκα χιλιάρικα για να ξοφλήσει τον Αριστείδη, το συνέταιρο του. Μαζί αγόρασαν το τρίκυκλο, αλλά αυτός το δούλευε και του 'δινε το μερτικό του. Σιγά σιγά, όμως, καταλάβαινε το άδικο. Γιατί ο Αρίστος, καλό παιδί, αλλά γιατί να παίρνει τσάμπα χρήμα; Ποιος κινδύνευε κάθε στιγμή μέσα στα φορτηγά, στα λεωφορεία, στα στρατιωτικά αυτοκίνητα, αυτές τις σκοτώστρες, ποιος ζούσε πάντα στην κόψη του ξυραφιού; Ο Γιάγκος, μόνος. Ο Αριστείδης δεν έκανε τίποτα. Τσέπωνε όμως το παραδάκι,. Γι' αυτό και το αποφάσισε να τον ξοφλήσει με γραμμάτια και να 'χει πια μόνο για πάρτη του το τρίκυκλο και τα κέρδη.

Έλα, όμως, πού να τις βρει αυτές τις καταραμένες δέκα χιλιάδες που χρειαζόταν; Δέκα μαζεμένες χήνες, κοπάδι ολόκληρο. Την τελευταία φορά που είχε δει χήνα πήγαινε πάνω από τρίμηνο…

… Είχε νυχτώσει κι η περιοχή έπηξε απ' τον κόσμο. Οι φωτεινές ρεκλάμες ήταν λιγοστές κι οι βιτρίνες κρύβονταν πίσω απ' τις πλάτες. Στο νου του γύριζαν τα δέκα χιλιάρικα που μ' αυτά θα ξοφλούσε τον Αριστείδη• η φυλακή που θα του ξεπλήρωναν οι άλλοι. Και ήταν περήφανος να 'ναι ο μόνος έφιππος ανάμεσα σε τόσους πεζούς.

Όχι, τώρα ήταν ζεσταμένος. Είχε θυμώσει. Έβραζε ολόκληρος μέσα του. Ζητούσε μιαν αφορμή να ξεσπάσει. Πριν από μια ώρα ήταν στην «Κατακόμβη». Εκεί, παρών, βρισκόταν κι ο Μαστοδοντόσαυρος που τους έκανε "κατήχηση":

- Στη Ρωσία, στον παράδεισο, που λέν', της εργατιάς, ο εργάτης δεν έχει τίποτα δικό του. Ο αγρότης δεν έχει ούτε ένα χωραφάκι να φυτέψει λίγα κρεμμυδάκια, την ντοματούλα του, δεν έχει μια ελίτσα να φτιάξει το λαδάκι του. Όλα τα παίρνεις με κουπόνια. Όπως εδώ στην Κατοχή. Εσείς δεν ξέρετε, γιατί ήσασταν ακόμα ανήλικα. Αλλά ο Γερμανός έδινε στον κοσμάκη να φάει. Μονάχα που πέφταν στη μέση οι κομουνιστές και τα τρώγαν αυτοί. Γι' αυτό ψοφούσε ο κοσμάκης της πείνας. Λοιπόν, εκεί... εσύ, που νυστάζεις, όταν μιλάει ο αρχηγός να τον ακούς, για να βάλεις κουκούτσι μυαλό, κι εσύ, Γιάγκο, σταμάτα τη ρετσίνα...

- Λοιπόν, εκεί, ξαναλέω, είναι η κόλαση. Εδώ μπορεί να γίνει ο παράδεισος, αν βοηθήσουμε όλοι. Εδώ είσαι καλός στη δουλειά σου κι έχεις καλό αφεντικό, τι άλλο θέλεις;

- Δεν είναι πάντα έτσι όπως τα λες, αρχηγέ, τόλμησε να πει ένα δόκιμο μέλος.

- Να βγάλεις το σκασμό. Διάβασε πρώτα μερικά βιβλία κι έπειτα να μιλάς, γομάρι αμόρφωτο. Διάβασε το Αγών μου του Χίτλερ. Ποιος ήταν ο Χίτλερ; ρώτησε απευθυνόμενος σε όλους.

- Αυτός που υποσχέθηκε να σώσει τον κόσμο, αποκρίθηκε κάποιος απ' το βάθος της ταβέρνας.

- Μπράβο. Χαίρομαι όταν θυμάστε αυτά που είχα πει τις άλλες φορές. Λοιπόν, ο Χίτλερ ήταν αυτός που θέλησε να ξεκαθαρίσει τους Εβραίους και τους κομουνιστές. Εγώ, που με βλέπετε, ήξερα τους Γερμανούς. Πολέμησα μαζί τους, ενάντια στους κομουνιστές, που επιβουλεύονταν την ακεραιότητα της Ελλάδος.

- Πάλι στη θεωρία μας το 'ριξες, αρχηγέ! Εγώ θέλω να βγάλω άδεια για τη λαϊκή, είπε ένα έκτακτο μέλος. Τόσο καιρό την περιμένω κι όλο λόγια μας πουλάς. Θα φύγω απ' την οργάνωση. Θα πάω σε ποδοσφαιρικό σωματείο.

- Φροντίζω, φροντίζω, είπε ο Αρχηγόσαυρος.

- Κι εγώ πού θα βρω τα χρήματα για να ξοφλήσω τον Αρίστο; αναστέναξε ο Γιάγκος. Α, μωρέ πουτάνα κοινωνία, που μας γέννησες φτωχαδάκια. (…)

Μες στην καρότσα του Γιάγκου, βαθιά βουλιαγμένος στην παρακμή του, ο Βάγγος, κρυφός θησαυρός μιας ώρας που θα σφράγιζε την Ιστορία, κάπνιζε ανήσυχος. Κρατούσε γερά το ρόπαλο ανάμεσα στα σκέλια του και περίμενε πότε ο Γιάγκος θα χτυπούσε το τζαμάκι που χώριζε την καρότσα απ' τη θέση του οδηγού, για να πηδήξει και να δείρει.

Ούτε τα συνθήματα άκουγε ούτε τα πρόσωπα έβλεπε ούτε τον ένοιαζε τι γινόταν γύρω. Ήξερε ότι γύρω του υπήρχε η προστασία. Κι αυτό το αίσθημα, για έναν παράνομο σαν τον Βάγγο, ήταν σπουδαία υπόθεση. Γιατί ποτέ δεν θα τον έπιαναν, ποτέ δεν θα τον έκλειναν στην μπουρού. Η Αστυνομία, μέσα στη φαντασία του, είχε αποκτήσει μυθικές διαστάσεις. Ποδηλατάδικο είχε στη γειτονιά του κι όλο με τα μικρά αγόρια συγχρωτιζόταν. Άλλοτε τους έδινε να κάνουν τσάμπα βόλτες με ποδήλατα, για να τους βάλει λίγο χέρι. Άλλοτε φούσκωνε τις μπάλες τους. Άλλοτε πλήρωνε κανένα τάλιρο. Δύο φορές που μπήκε στη φυλακή, δεν πρόφτασε να μείνει παραπάνω από μια μέρα. Οι προστάτες του καθάρισαν γι' αυτόν, όπως κι αυτός καθάριζε για τους προστάτες του.

Έπρεπε να έχει πάντα τους εκπροσώπους του νόμου και της τάξεως με το μέρος του. Έτσι, για ένα φεγγάρι, έγινε πρόεδρος του παραρτήματος της μαύρης νεολαίας στη γειτονιά του, στην Κάτω Τούμπα. Μα κάποιος τον κάρφωσε ότι τάχα έκανε άσεμνες προτάσεις στα παιδιά και τον έδιωξαν. Έτσι δεν έμενε παρά η Αστυνομία. Φρόντιζε τουλάχιστο να τα 'χει καλά μαζί της.

Επιστέγασμα αυτής της προσπάθειας ήταν όταν τον βαλαν μια φορά στη σωματοφυλακή της Βασίλισσας. Και είχε αυτή τη φωτογραφία κοντά στη Βασίλισσα σαν το μεγάλο δώρο που τον αξίωσε ο Θεός. Δεν ήταν μικρό πράγμα να πατάς στα ίδια αχνάρια που πάτησαν τα βασιλικά τακούνια της, ν' ανασαίνεις τον αέρα που ράντιζαν τα μυρωδικά της. Και, τι προσευχές δεν έκανε να γίνουν επεισόδια σ' εκείνη την περιοδεία. Μα όπως πάντα δεν έγινε τίποτα. Παντού ανθοδέσμες, δώρα, αναμνηστικά, γυναίκες με λαϊκές φορεσιές, καμπανοκρουσίες, λόγοι δημάρχων, λογίδρια προέδρων, μικρά κορίτσια με φιόγκο στο κεφάλι που προσφέρουν μ' ένα ποίημα και μιαν αγκαλιά λουλούδια της ελληνικής υπαίθρου.

Κράτησε τη μέρα εκείνη μες στη μνήμη του σαν κορόνα της ζωής του. Το απολυτήριο της δύσκολης θητείας του στον εναγκαλισμό της εξουσίας.

Κι αυτό συμβαίνει μόνο όταν από προστατευόμενο της σε καλούν να γίνεις ο προστάτης της. Όταν σου εμπιστεύονται τη φρούρηση της. Τίποτ' άλλο δεν είχε αξία στη ζωή για τον Βάγγο. Και με το μυταρά, τον Ντε Γκωλ, το ίδιο έγινε: τον προβίβασαν σε τομεάρχη. Και σήμερα, με τον κουμπάρο του τον Γιάγκο -καλό παιδί, αν και λίγο ζόρικο- αυτόν διάλεξαν μέσα από τόσους «σκληρούς»..”

Την εποχή εκείνη, η δημοκρατία στην Ελλάδα βρίσκονταν στα σπάργανα. Ο εμφύλιος έριχνε ακόμη βαριά τη σκιά του. Τότε ήταν απαραίτητος ένας Σαρτζετάκης, αδέκαστος, τυπικός, υπηρεσιακός. Σήμερα τίποτε από αυτά δεν είναι απαραίτητο.

Γιατί η δημοκρατία στη χώρα μας έχει ενηλικιωθεί.