Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

ev media-logo


«Ελλάδα - Βραζιλία 0 – 0». Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει με αφορμή το Μουντιάλ της Βραζιλίας

Είναι Έλληνας, ζει και εργάζεται στο Μπέλο Οριζόντε της Βραζιλίας της ανάπτυξης, της αναδυόμενης οικονομίας, του επερχόμενου Μουντιάλ και γράφει για την πραγματικότητα μιας χώρας που λέγεται Βραζιλία, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τα στερεότυπα που έχει κατά νου η πλειοψηφία του κόσμου.

603

«Αγαπητέ φίλε, ναι μιλάω σε εσένα που ακούς Βραζιλία και σκέφτεσαι παραλίες, τακουνάκια, ανάποδα ψαλίδια και ατελείωτα πάρτι. Συγγνώμη που σου χαλάω το όνειρο, αλλά το πάρτι τελείωσε. Η μάλλον έχει τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια αλλά δεν σου το είπανε. Εδώ εξάγουμε, αλλά δεν πίνουμε καφέ, δεν χορεύουμε σάμπα εκτός των ορίων του Ρίο ντε Ζανέιρο ή μαλλον χορεύουμε σπάνια έτσι κι αλλιώς. Μέχρι και στην μπάλα εξάγουμε πλέον αμυντικά χαφ και στόπερ.

Στην Βραζιλία ο βασικός μισθός είναι 234 ευρώ. Το εισιτήριο του λεωφορείου ειναι 1 ευρώ και το ρημάδι έρχεται όποτε γουστάρει. Κάποιος που ζει στο Μπέλο Οριζόντε κερδίζοντας βασικό μισθό, μένει τουλάχιστον 15 χιλιόμετρα από την δουλειά του και θέλει δύο λεωφορεία και μιάμιση ώρα για να φτάσει εκεί όταν δεν έχει κίνηση. Και όταν μιλάμε για κίνηση, μιλάμε για χάος. Στο Σάο Πάουλο για παράδειγμα κάθε μέρα έχουμε ουρές 70 χιλιομέτρων στις ώρες αιχμής. Εκεί συναντιούνται ο φτωχός με τον πλούσιο. Ο φτωχός στο λεωφορείο και πλούσιος στην αμαξάρα του με τα φιμέ τζάμια.

Ο πλούσιος που θα γυρίσει στο σπίτι του για το οποίο πληρώνει κατα μέσο όρο 1500 ευρώ ενοίκιο και άλλα 400 για κοινόχρηστα. Πληρώνει ιδιωτική ασφάλιση υγείας γιατί το δημόσιο δεν δουλεύει, πληρώνει πανάκριβα σχολεία για τα παιδιά του γιατί στο δημόσιο είναι δύσκολο να μάθουν οτιδήποτε, πληρώνει τα διπλάσια για οποιοδήποτε προϊόν (αυτοκίνητο, ρούχα, υπολογιστής κλπ.) έρχεται απέξω γιατί ο φόρος εισαγωγής είναι 60% συν το κέρδος του εμπόρου. Πληρώνει με φόβο, γιατί δεν μπορεί να βγει από το «κάστρο» με τον ηλεκτρικό φράχτη όποτε θέλει. Γιατί δεν μπορεί να πάει μια βόλτα όπου και όποτε του γουστάρει. Γιατί φοβάται για την ζωή του καθημερινά. Και σου μιλάω πάντα για το Μπέλο Οριζόντε και τις άλλες μεγαλουπόλεις της χώρας. Αν πάρεις τον δρόμο και πας προς το βορρά ξέχνα τα όλα αυτά, εκεί είσαι πλέον σε στάνταρντ Αφρικής.

Κανείς σχεδόν δεν τα περνάει όσο ωραία φαντάζεσαι στην Βραζιλία. Ναι, έχουμε παραλίες και ήλιο αλλά ο αναλφαβητισμός είναι στο 10% και κάθε μέρα περίπου 13 εκ. δεν έχουνε φαΐ στο τραπέζι τους.

Είμαστε η 6η οικονομική δύναμη στον κόσμο και την ίδια στιγμή πολύ χαμηλά στους δείκτες της παιδείας και της δημόσιας υγείας. Όσον αφορά στη διαφθορά και την γραφειοκρατία πρέπει να είμαστε στο τοπ 3 εύκολα. Πολύ ψηλά είμαστε και στην εγκληματικότητα με τα νούμερα νεκρών σε Ρίο και Σάο Πάουλο να είναι μεγαλύτερα από εκείνα σε εμπόλεμες ζώνες (49 χιλ στο 2010). Δυστυχώς το Μουντιάλ και η Ολυμπιάδα δεν θα αλλάξουν τίποτα από όλα αυτά.

Μιας και μιλάμε για μπάλα, να σου πω πως οι περισσότεροι Βραζιλιάνοι θα δουν το Μουντιάλ από την τηλεόραση. Το φτηνό εισιτήριο για το Κύπελλο Συνομοσπονδιών για τον αγώνα Ταϊτή – Νιγηρία κοστίζει κοντά στα 50 ευρώ. Φαντάσου λοιπόν τι θα πρέπει να πληρώσουμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο και μην ξεχνάς, ο βασικός μισθός είναι στα 243 ευρώ.

Μουντιάλ για ποιόν λοιπόν; Ίσως για εκείνους που θα έρθουν για να «ζήσουν το όνειρο» τους στην Βραζιλία. Αυτή ακριβώς την στιγμή γύρω στις 200 χιλιάδες Βραζιλιάνοι σε οκτώ μεγαλουπόλεις είναι στους δρόμους και διαδηλώνουν για τα δικαιώματα του. Δεν τους νοιάζει το Μουντιάλ, δεν πίνουν καφέ και σίγουρα δεν χορεύουν σάμπα».

Το περιεχόμενο αυτής της επιστολής, φυσικά αναπαράγεται αυτές τις μέρες από όλα τα μέσα ενημέρωσης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Φαίνεται πως μας αρέσει να διαβάζουμε και να βλέπουμε ότι αλλού τα πράγματα είναι χειρότερα από εδώ. Στην Αθήνα τουλάχιστον οι συγκοινωνίες δεν είναι τόσο κακές, το μετρό έχει λύσει τα προβλήματα της συγκοινωνίας, η εγκληματικότητα παραμένει σε "λελογισμένα" επίπεδα, ο βασικός μισθός είναι ακόμη στα 300 ευρώ, δεν έπεσε στα 243.

Βλέπουμε την τραγική κατάσταση στις φαβέλες, συγκινούμαστε με τα δράματα των μικρών παιδιών που εκδίδονται για ένα κομμάτι ψωμί, και ξαναβυθιζόμαστε στην ασφάλεια του δικού μας μικρόκοσμου, ο οποίος τελικά δεν φαίνεται να είναι και τόσο τραγικός όσο μας αρέσει να επαναλαμβάνουμε στις καθημερινές μας αναφορές, με τα "αχ και βαχ" και με τα "η κρίση μας γονάτισε".

Φυσικά απευθύνομαι στους αναγνώστες των Ευρυτανικών Νέων, στους οποίους περισσεύει κάθε εβδομάδα ένα ευρώ για να τα αγοράσουν, ή έχουν υπολογιστή στο σπίτι τους για να διαβάσουν αυτό το άρθρο.

Εκ των πραγμάτων δεν μπορώ να απευθυνθώ στα "γυφτάκια" του Ασπροπύργου, ούτε στα "πακιστανάκια" της Πατησίων. Δεν μπορώ καν να απευθυνθώ στα χωριατόπαιδα της Ηπείρου και των δικών μας ορεινών χωριών, που δεν έχουν πρόσβαση ούτε σε γιατρό, ούτε σε υπολογιστή, ούτε σε σούπερ μάρκετ και ξοδεύουν καθημερινά λιγότερο από ένα ευρώ για να επιβιώσουν. Λιγότερο δηλαδή από το όριο που έθεσε η Γιούνισεφ για να περιγράψει την απόλυτη φτώχεια.

Κι αυτά τα παιδάκια δεν ζουν ούτε στην Βραζιλία, ούτε στην υποσαχάρια Αφρική. Είναι δίπλα μας, τα βλέπουμε στα φανάρια των δρόμων όταν τα διώχνουμε μες στα νεύρα, είναι οι συμμαθητές των παιδιών μας.

Αυτές τις ανισότητες που επιβάλει η κατανομή του πλούτου ο οποίος εξαιτίας της κρίσης ανακατανέμεται εις βάρος τους, πρέπει να βρούμε τρόπους να τις εξομαλύνουμε. Και αυτό δεν θα το κάνουν οι κυβερνήσεις, ούτε το κοινωνικό κράτος, ούτε οι πράξεις κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων εταιρειών, ούτε ο ανθρωπισμός της κόρης του ρώσου μεγιστάνα που για τα γενέθλια της δωρίζει ένα ασθενοφόρο στο Νυδρί της Λευκάδας.

Αυτό πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί και ο καθένας μόνος του. Πώς; Επιλέγοντας τον τρόπο διακυβέρνησης με σύνεση, με γνώση, με έρευνα. Στέλνοντας στις κυβερνήσεις τα κατάλληλα μηνύματα. Αντιδρώντας πρώτα απ' όλα εσωτερικά, συνειδητοποιώντας την κατάσταση, χωρίς εξωραϊσμούς και περιττούς θυμούς. Αναγνωρίζοντας ότι ανά πάσα στιγμή τα πάντα ανατρέπονται και η ασφάλεια του καναπέ μας δεν είναι εξασφαλισμένη εσαεί.

Οι φαβέλες της Βραζιλίας και οι ηλεκτρικοί φράχτες των πλούσιων προαστίων τους είναι πολύ πιο κοντά μας απ' όσο νομίζουμε. Ολόκληρος ο Ατλαντικός δεν μπορεί να εμποδίσει το να υλοποιηθούν κι εδώ και τα παιδιά μας να ζήσουν σ' αυτές.