Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

ev media-logo


«Για τα πανηγύρια». Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Ανάμεσα στις συζητήσεις που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του καλοκαιριού, στις αυλές των καφενείων των χωριών μας, κάτω από τον ίσκιο των πλατανιών ή των μουριών, εκτός από τα προαιώνια προβλήματα της ύδρευσης, της κατανομής των υδάτινων πόρων της κοινότητας, της κατανομής των πόρων της …Κοινότητας, των σχέσεων μεταξύ των τοπικών πολιτικών μας αρχόντων αλλά και των πολιτικών συσχετισμών, ένα ακόμη ζήτημα ανεφύη εκτάκτως και δίνει λαβή για ποικίλα σχόλια. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τον τρόπο διασκέδασης και την μεταλλαγή του στη σύγχρονη κοινωνία.

panigyri-arxeio1

Αν και το ζήτημα ακούγεται βαρύγδουπο και εξειδικευμένο, εντούτοις απασχολεί μικρούς και μεγάλους σε αρκετά χωριά μας, δίνει λαβή για πολλούς πρωινούς και απογευματινούς δικανικούς λόγους, δημιουργεί εντάσεις και χτυποκάρδια τα οποία φυσικά σβήνουν λίγο αργότερα στην αποπνικτική ζέστη του Ιούλη, την ελαφριά ζάλη από το ούζο και την μπύρα, αλλά και την αναγκαστική σύμπνοια που επιφέρει ο επικείμενος αποχωρισμός από τα πάτρια εδάφη.

Όλη η ιστορία ξεκίνησε από την επιβολή εισιτηρίου στο πανηγύρι. Θεσμός νεόφερτος, «άνωθεν» επιβεβλημένος και έξοδο αναπόφευκτο. Καθώς το ζήτημα άπτονταν των οικονομικών ήταν επόμενο να προκαλέσει αντιδράσεις. Εν τούτοις η συζήτηση δεν περιορίστηκε μόνο σ’ αυτό. Αφού η είσοδος επέβαλε στους καλοκαιρινούς πανηγυριώτες χαράτσι, λογικό και επόμενο ήταν η πίστα να ήταν ελεύθερη. Η ορχήστρα θα ήταν πληρωμένη από το «μαγαζί», οπότε δεν είχε νόημα η τήρηση οποιασδήποτε σειράς στο χορό, ο καθένας μπορούσε να σηκωθεί και να χορέψει όποτε του έκανε κέφι.

Κι εδώ άρχισαν τα προβλήματα. Κάποιος γλεντζές της παλιάς εποχής, με αρκετά χρόνια και αντιστοίχως πολλά τσιμπούσια στην πλάτη του, ξιφούλκησε πνέοντας μένεα κατά του τρόπου αυτού διασκέδασης. Καταφέρθηκε λάβρος ενάντια στην άλωση των ηθών, καθότι πώς μπορεί να θεωρηθεί κάποιος σωστός χορευτής όταν η επίδειξη των ικανοτήτων του χάνεται μέσα στο πλήθος, στην ανωνυμία και την γενικότερη βαβούρα, όταν τα συναισθήματά του δεν μπορούν να αποδοθούν με το χορό, όταν ο χώρος δεν του αρκεί;

Ποιος σωστός οικογενειάρχης θα διασκεδάσει όταν δει τη γυναίκα, ή την κόρη ή το γιο του να χορεύουν και ενώ θα εμφορείται από υπέροχα συναισθήματα υπερηφάνειας θα του έχει στερηθεί η δυνατότητα να πληρώσει τα όργανα; Ο συμπαθής ηλικιωμένος ήταν σίγουρος ότι ο σύγχρονος τρόπος διασκέδασης είναι απόρροια της μοναξιάς και του γενικότερου τρόπου ζωής στις μεγαλουπόλεις, κάτι που αποδεικνύεται από τους ανθρώπους που κυκλοφορούν στην Ομόνοια ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους και ταυτόχρονα αισθάνονται τη μοναξιά να τους πνίγει.

Την παλιά εποχή το πανηγύρι ήταν μεταξύ άλλων κοινωνική αλλά και θρησκευτική εκδήλωση. Ο κόσμος πήγαινε εκεί για να συναντηθεί, να ανταλλάξει ευχές, να διασκεδάσει σεμνά και όμορφα. Ο χορός παρ’ όλο που ήταν χώρος και τρόπος επίδειξης οικονομικής ευμάρειας και παλικαριάς, ήταν μια ιερή στιγμή την οποία κανείς δεν είχε το δικαίωμα να παρασαλεύσει. Σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συνεχές «κουτσοπήδημα», ένα μόνιμο «συρτό» σε νησιώτικους ρυθμούς που ταιριάζει μόνο σε γυναίκες και «λιανοπαίδια». Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης και κάτι η ζέστη, κάτι η έλλειψη επιχειρημάτων, έκανε τους παρισταμένους να τον ακούνε με ευλάβεια νεύοντας με συγκατάβαση και επιδοκιμάζοντας. Ιδιαίτερα οι συνομίληκοί του διάνθιζαν την εισήγηση με πλήθος παραδειγμάτων που ενίσχυαν την άποψη ότι οι παλιότεροι ήξεραν να γλεντάνε.

Σύντομα όμως ήρθε κι ο αντίλογος. Η εμπεριστατωμένη εισήγηση του γέροντα, κέντρισε τις προαιώνιες χορδές της αντιπαλότητας των γενεών και προκάλεσε την οργή παρακαθήμενου νεαρού. Θύμισε στον παππού τις δεκάδες των επεισοδίων που προκαλούνταν από την αναισθησία του πρωτοχορευτή, που όντας από τους τυχερούς να πάρει σειρά, το εκμεταλλευόταν δεόντως, και δεν έλεγε να τελειώσει ποτέ. Θύμισε τους «προσκωλυόμενους» στην παρέα των χορευτών, τους κουμπάρους και τις ξαδέρφες που ξεφύτρωναν από το πουθενά καθυστερώντας την σειρά της επόμενης παρέας. Με το ίδιο πάθος που ο γέροντας υποστήριξε την επίδειξη των χορευτικών ικανοτήτων, αυτός την κατηγόρησε λέγοντας ότι αυτή έδειχνε από μόνη της την ψυχική ένδεια του πρωτοχορευτή, καθώς προσπαθούσε μέσα από το χορό να δείξει προτερήματα που στην πραγματικότητα δεν είχε.

Κατέληξε δε, υποστηρίζοντας ότι σήμερα οι νεότεροι ξέρουν να διασκεδάζουν πολύ καλύτερα, γίνονται όλοι μια παρέα, υπάρχει περισσότερη ζωντάνια και όρεξη για διασκέδαση, και τώρα τελευταία μάλιστα, όλο και περισσότεροι ακούνε και πάλι τα δημοτικά τραγούδια, ζουν την παράδοση και αναφέρονται στις ρίζες. Η παρέμβαση προκάλεσε καινούρια νεύματα επιδοκιμασίας από τους νεότερους θαμώνες, νέες ιστορίες από γλέντια σε κλαμπ και νυχτερινά κέντρα, ποικιλότροπα σχόλια περί ζηλοφθονίας των παλιών για τα νέα ήθη, και γενικά η συζήτηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα βαθαίνοντας το χάσμα σε άλλα σημεία και γεφυρώνοντάς το αλλού.

Κι έτσι μ’ αυτά και με τα άλλα, περνάει το καλοκαιράκι, μεσιάζει ο Ιούλης, έρχεται το Δεκαπενταύγουστο και ο κόσμος θα πάει και θα έρθει. Τα αυτοκίνητα θα φορτωθούν ξανά με τυριά και γάλατα, στα κατώφλια κάποιων χωριατόσπιτων θα επαναληφθούν τα δράματα του αποχωρισμού, στα κατώφλια κάποιων άλλων θα κρυφτούν κάποια κλειδιά που θα χρησιμοποιηθούν ξανά του χρόνου, και το μαγγανοπήγαδο της ζωής θα συνεχίσει το μονότονο τριζοβόλημά του.

Και μένει πάντα ο πλάτανος στις πλατείες, να έχει ακούσει χρόνια και χρόνια τα ίδια και τα ίδια, να έχει γευτεί ανθρώπινες θλίψεις και χαρές, πάντα υπό τον ήχο του κλαρίνου και του βιολιού, πάντα σε χορούς κυκλωτικούς. Κι αν εσχάτως ο γεροπλάτανος αναγκάζεται να ξαναμάθει τα "Καγκέλια", αναμετρώντας τα αμέτρητα "ώπο πο πό", δεν παύει να αναθυμάται πού και πού και την «Ιτιά» και να αργοσαλεύει τα φύλλα και τα κλαδιά του στους ρυθμούς του τραγουδιού που υμνεί και τον δικό του ίσκιο.