Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

ev media-logomenoume spiti-small


«Κατεδαφίζοντας τις αναμνήσεις…». Το νέο, νοσταλγικό άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Εδώ και μερικές μέρες το αδηφάγο χέρι ενός φορτωτή, κατεδαφίζει το παλιό θερινό σινεμά που βρισκόταν για πάνω από 60 χρόνια δίπλα στη γέφυρα της Νεράιδας, λίγο πριν φτάσουμε στο 1ο Γυμνάσιο. Συστηματικά, αδιάκοπα, ακούραστα και μεθοδικά, κουβαδιά την κουβαδιά εξαφανίζονται τα απομεινάρια ενός ολόκληρου κόσμου, μιας εποχής που έχει ήδη αποδομηθεί και χαθεί στη λήθη, και έχει πάρει τη θέση της στις αναμνήσεις ενός "ασπρόμαυρου" κόσμου. Μιας λήθης που παίρνει μαζί της και τον μύλο της κυρά – Λένης, που βρισκόταν ακριβώς από κάτω.

610

Βέβαια την τελευταία εικοσαετία η μοναδική χρήση του κτιρίου ήταν να φιλοξενεί στις τζαμαρίες του τις διαφημίσεις των πανηγυριών και των μαθητικών πάρτι, αποτελώντας ένα είδος ιδιότυπου ημερολογίου που σήμαινε πότε Σεπτέμβριους και Χριστούγεννα και πότε Πάσχα και Δεκαπενταύγουστα. Ήταν επόμενο να έρθει η στιγμή του οριστικού του θανάτου, της απόλυτης εξαφάνισης, του "χους ει και εις χουν απελεύσει" που ισχύει για όλα όσα "γρατζουνούν" την επιφάνεια της γης και υφίστανται την ανελέητη επιρροή του πανδαμάτορα εχθρού. Ελάχιστα είναι αυτά που αφήνουν το σημάδι τους εκατό και διακόσια χρόνια μετά το εφήμερό τους πέρασμα από τη ζωή, και τέτοια είναι μόνο ο Παρθενώνας, οι Πυραμίδες, τα Ομηρικά έπη, το Βελούχι. Όλα τα άλλα  υφίστανται μόνο για όσο υφίστανται.

Όπως και να έχει πάντως, δεν πρέπει να υπάρχουν και πολλοί από τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες αυτής της στήλης που θα θυμούνται το ρόλο που επιτέλεσε το συγκεκριμένο κτίριο στις εποχές της δόξας του. Κι αυτό γιατί σκέφτομαι ότι στα πενήντα μου σήμερα, ίσα που αχνοθυμάμαι μια υπέροχη καλοκαιρινή βραδιά γύρω στα τέλη του 1970 τον Βέγγο, ως πράκτορα Θου – Βου, να κάνει "ποντίκι" και να σείεται ο χώρος από τα γέλια, όταν ένα αληθινό ποντίκι εμφανίστηκε πάνω στο μπράτσο του. Ίσως κάποιοι άλλοι να θυμούνται τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ να γεμίζουν την οθόνη, ή τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Άβα Γκάρντνερ, έγχρωμους σε "τεκνικολόρ", στη "Νύχτα της Ιγκουάνα".

Και αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 80, κάποιες λάιτ ερωτικές ταινίες μας οδήγησαν στα πρώτα μας ερωτικά σκιρτήματα και αναζητήσεις (μόνο τα αγόρια φυσικά), ακολουθώντας την γενικότερη ροή των γεγονότων, την απελευθέρωση των ηθών που έφερε η οικονομική ανάπτυξη, η πολιτική αλλαγή του ΠΑΣΟΚ και –για πολύ λίγο– οι (όχι και τόσο ποιοτικές) ταινίες του Στάθη Ψάλτη και του Σταμάτη Γαρδέλη

Όμως, αυτό που έχει μείνει είναι το άρωμα των δεκαετιών του 50 και του 60, οι στερήσεις και οι εμφυλιοπολεμικοί απόηχοι που επιβίωναν ως τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, όταν η έλλειψη της τηλεόρασης έδινε μια διαφορετική οπτική στο "σινεμά", έναν μοναδικό ρόλο. Ήταν ο μόνος τρόπος για να δεις το "βασιλιά" και τη "βασίλισσα" να εγκαινιάζουν σχολεία. Ήταν η μοναδική επαφή με τον πρωθυπουργό της χώρας και το υπουργικό συμβούλιο καθώς μέσω των "Επικαίρων" που προβάλλονταν πριν αρχίσει η ταινία ο κόσμος ενημερωνόταν για το τι υπάρχει "κάτω από τη ράχη" και για ό,τι συνέβαινε σε μια μακρινή Αθήνα που τη θεωρούσαν –και ήταν– ξενιτιά.

Πρέπει να σκεφτούμε ότι η πρώτη τηλεόραση (μια δωδεκάρα Φίλπς μάλλον) εμφανίστηκε στο μαγαζάκι του Θανάση Αντωνόπουλου που ήταν απέναντι από την Παναγία το 1969, ακριβώς δηλαδή την εποχή που έγινε η προσελήνωση του Απόλλωνα. Χρειάστηκαν άλλα τρία – τέσσερα χρόνια μέχρι να αρχίσουν τα σπίτια στο Καρπενήσι να γεμίζουν με δαύτες, και να μας εθίζουν στην επαναλαμβανόμενη δραματουργία.

Μέχρι τότε, η "ταινία" στον κινηματογράφο, όπως και η θεατρική παράσταση, είχαν απίστευτα λυτρωτικούς ρόλους, οι άνθρωποι βίωναν τα γεγονότα που έβλεπαν στη μεγάλη οθόνη ως αληθινά, δεν ήταν δα κι εύκολο να βλέπεις μια ταινία κάθε μέρα! Τους επηρέαζαν στην καθημερινότητά τους, ψυχαγωγούνταν στον ύψιστο βαθμό καθώς η λύπη, η χαρά και το γέλιο έβγαιναν αβίαστα, ακόμη και μέσα από χοντροειδείς φάρσες ή όχι και τόσο "ποιοτικά" αστεία.

Κι ύστερα, πριν ή μετά την προβολή, ήταν η "βόλτα" προς το Λεκαντίν, πολύ πριν χτιστεί το Λεκαντίν. Μια εποχή που μοσχοβολούσαν οι σπαρτιές στα τέλη του Ιούνη και οι πυγολαμπίδες μπερδεύονταν με τα αστέρια και εμείς τα παιδιά τις κυνηγούσαμε για να φτιάξουμε φωσφορίζοντα "γαλόνια" στα πουκάμισά μας, ενώ οι νεαροί αντάλλασσαν περιπαθή βλέμματα (και ενίοτε όχι μόνο) με τις μινιφορούσες νεαρές (και ενίοτε... όχι μόνο).

Το "μινιφορούσες" βέβαια είναι απλά ένα σχήμα λόγου, διότι απλά… δίπλωναν μια - δυο φορές τη φούστα στο ύψος της ζώνης ώστε να κοντύνει λίγο για τις ανάγκες της βόλτας και ύστερα, γυρίζοντας σπίτι, ξαναμάκραινε στο κανονικό της ύψος, λίγο κάτω από το γόνατο!

Και η βόλτα σταματούσε ή άρχιζε στην "Καλύβα του Φλωρεστάν", ή στο "Στάθη", απέναντι από το σημείο που είναι σήμερα η Πυροσβεστική, με ουζάκι και μεζέ –πρώτο, δεύτερο και τρίτο! Και υποχρεωτικά "υποβρύχιο" και πορτοκαλάδα ΕΨΑ· η κόκα κόλα ήρθε λίγο αργότερα, σε λευκές σιδερένιες καρέκλες με πλεχτό πράσινο, κίτρινο ή κόκκινο καλώδιο και λευκό χαλίκι στο έδαφος.

Όσοι είναι σήμερα κοντά στα εξήντα, σίγουρα θα νοσταλγήσουν με αυτές τις περιγραφές, σίγουρα θα αναστενάξουν για τη νιότη που παρήλθε, ανεπιστρεπτί και ταχύτατα. Αλλά η νοσταλγία είναι σύμφυτη της ωρίμανσης, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.

Ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι έτσι κι αλλιώς τα παιδιά μας εξακολουθούν να ερωτεύονται, για αυτά εξακολουθούν να μυρίζουν οι σπαρτιές και τα άστρα συνεχίζουν να λαμπυρίζουν σε ουρανούς διαυγείς και ξεκάθαρους, με τον τρόπο που μόνο ο έρωτας μπορεί να τους ζωγραφίσει.

Όμως ο έρωτας δεν είναι μόνο για τους νεαρούς και δεν γερνάει ποτέ. Είναι σαν το μυθικό φοίνικα που γεννιέται και ξαναγεννιέται και ζει άλλοτε στις αναμνήσεις και άλλοτε αυθύπαρκτος. Πράγμα που σημαίνει ότι τα άστρα μπορεί να συνεχίσουν να λάμπουν για τον καθένα και την καθεμιά από μας, αρκεί να μην αφήσουμε το αδηφάγο χέρι του φορτωτή να κατεδαφίσει  το "ΣΙΝΕ - ΑΛΕΞ" από μέσα μας!