Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

ev media-logo


«Τα απαγορευμένα». Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Περί ποιότητας σήμερα ο λόγος. Ποιότητας αισθητικής εννοείται. Με αφορμή της γιορτές του Δάσους δηλαδή. Κατ' αρχάς, ένα μεγάλο μπράβο στην πρόεδρο της ΕΚΕΠΠΠΑΔΗΚ και στους υπόλοιπους υπεύθυνους των εκδηλώσεων τόσο για την αρτιότητά τους, όσο και για το πλήθος τους, το οποίο φέτος, απ' ότι ακούστηκε, έφτασε τις εκατόν πενήντα.  Όχι ευκαταφρόνητο νούμερο σε σχέση με το μέγεθος του δήμου μας.

4

Βέβαια δεν θα μπορούσαν να λείψουν τα λάθη και οι γκρίνιες, κάτι που είναι αναμενόμενο σε εγχειρήματα αυτής της κλίμακας. Όπως για παράδειγμα εκείνο το "εν'' όρεσι" που υπάρχει στο διαδίκτυο, και μάλιστα με δύο (!) αποστρόφους, ενώ δεν χρειάζεται καμία… Πάντως είναι ενδιαφέρουσα και σωστή επιλογή να διατηρηθεί ο τίτλος "Γιορτές Δάσους", σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη τους διεξαγωγή, για το σύνολο των εκδηλώσεων, ενώ το "Εν όρεσι" να αναφέρεται μόνο στο τριήμερο φεστιβάλ.

Εντούτοις τις προάλλες, στο ραδιόφωνο, κάποια από τις υπεύθυνες των γιορτών εμφανίστηκε να απολογείται για την ένταξη του Τσαλίκη στο πρόγραμμα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, κάποιος μαινόμενος ακροατής είχε ζητήσει επί πίνακι τις κεφαλές των διοργανωτών, καλώντας τους σε ομαδική παραίτηση. Η κοπέλα υπεραμύνθηκε, φυσικά, του ρόλου και των επιλογών της, επιχειρηματολόγησε χρησιμοποιώντας ως προμετωπίδα το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συναυλία συγκέντρωσε το μεγαλύτερο πλήθος θεατών και κατέληξε στο "περί ορέξως ουδείς λόγος".

Αυτές οι δύο απόψεις είναι εντούτοις το "άσπρο και το μαύρο", τα δύο άκρα. Ενδιαμέσως υπάρχει πολύς χώρος για συζήτηση. Λογικά εκείνο που ενόχλησε τον ακροατή – συμπολίτη μας θα πρέπει να ήταν η "ερμηνεία" του "απαγορευμένου" τραγουδιού του Τσαλίκη εις επήκοον πολλών ανήλικων παρευρισκομένων το βράδυ της εκδήλωσης. Τα εισαγωγικά στις δύο προηγούμενες λέξεις έχουν στόχο να επισημάνουν ότι δεν χρειάζεται βέβαια και ιδιαίτερο ταλέντο για να τραγουδήσεις μια σκωπτική κρητική μαντινάδα και ότι λέξεις που αναφέρονται στη γενετήσια ορμή δεν είναι δα και τόσο απαγορευμένες. Μια βόλτα στα γήπεδα ή την πλατεία, από τη μεριά της Εθνικής Τράπεζας, στον αυλόγυρο της οποίας συχνάζουν παρέες νεαρών είναι αρκετή για να ακούσει κανείς ακόμη χειρότερες εκφράσεις από δεκάχρονα παιδιά.

Η μεγάλη επιτυχία αυτού του "άσματος" (έχει πάνω από εφτά εκατομμύρια θεάσεις στο γιου-τουμπ), οφείλεται ακριβώς στο ότι ο τίτλος του το περιγράφει ως "απαγορευμένο". Και ως γνωστόν ο,τιδήποτε απαγορευμένο είναι και "γλυκό". Δεν έχουν αλλάξει όμως και πολλά από την εποχή που άλλα "απαγορευμένα" προκαλούσαν την μήνιν των προηγούμενων γενιών, ας θυμηθούμε μόνο τον  Τζίμη Πανούση την δεκαετία του '80 με τη "Σουζάνα" του ή το "Κι εγώ σ' αγαπώ". Ή παλιότερα με κάποια δημοτικά όπως το "Πώς το τρίβουν το πιπέρι", ή το "Κίνησα να πάω στο μύλο", τα οποία πάντα τραγουδιόνταν από νέους και πάντα με έναν και μόνο συγκεκριμένο στόχο: να προκαλέσουν.

Δεν πρέπει όμως να τα βάζουμε όλα στο ίδιο τσουβάλι. Ο Πανούσης μέσα από τα θυμωμένα του τραγούδια επιχειρούσε να σχολιάσει –και να καυτηριάσει- την κοινωνική πραγματικότητα των μικροαστικών αντιλήψεων, ενώ τα δημοτικά τραγούδια χορεύονταν κυρίως τις απόκριες ή τις μικρές πρωινές ώρες. Το συγκεκριμένο τραγούδι του Τσαλίκη, εκφράζει απλά και μόνο το θυμό του "παρατημένου" ερωτικού συντρόφου, ο οποίος περνάει "γενιές δεκατέσσερις" το τέως αντικείμενο του πόθου του.

Και για να το κάνει αυτό χρησιμοποιεί απλά και μόνο χιλιοειπωμένες εκφράσεις  και δίστιχα του τύπου "κάτω απ' το φως του φεγγαριού σε σκέφτομαι και κλαίω, μετά το ξανασκέφτομαι, ρε δε γ…. λέω". Καραμπινάτη αντιγραφή από μαθητικά λευκώματα της δεκαετίας του 1920, όμως με το τεράστιο ταλέντο του στη λογοκλοπή εμμένει στην εκδήλωση των συναισθημάτων του. Συναισθήματα όμως που περιορίζονται στο ένα από τα πέντε γνωστά στάδια του πένθους.

Όπως όλοι ξέρουμε, όταν κάποιος χάσει κάποιον είτε από θάνατο είτε από χωρισμό, υποχρεωτικά το αντιμετωπίζει μέσω πέντε σταδίων: της άρνησης, του θυμού, της διαπραγμάτευσης, της θλίψης και της αποδοχής. Ο Πάριος τη δεκαετία του 1970 είχε τραγουδήσει όλα τα στάδια: Άρνηση (Μη φεύγεις μη), Θυμός – (Έρχονται στιγμές… σε μισώ σε μισώ),  Διαπραγμάτευση (Να λοιπόν γιατί σ' αγάπησα), Θλίψη (Ένα γράμμα), Αποδοχή (Τώρα πια είσαι μια ανάμνηση παλιά).

Το ότι όμως χρησιμοποίησε συμβατικές αλλά και περίτεχνες εκφράσεις για να περιγράψει τα συναισθήματά του –πέραν της φωνής του φυσικά - είναι ακριβώς αυτό που έκανε τον Πάριο αυτό που είναι σήμερα και που δημιούργησε στο μυαλό όλων όσων διάβασαν τα παραπάνω τους συνειρμούς με τις αντίστοιχες μελωδίες. Ποιος θα θυμάται το τραγούδι του  Τσαλίκη σε τρία χρόνια; Ποιος θυμάται το "Σ' αγαπάω μ' ακούς" του Σαλαμπάση; Ή το "Γκούτσι φόρεμα" του Μαζωνάκη που έσπαγε τα ταμεία πριν μια δεκαετία;

Για να καταλήξουμε λοιπόν κάπου, ο μόνος που πρέπει να ντρέπεται για τις επιλογές του είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης και όχι αυτοί που τον κάλεσαν, ούτε αυτοί που τον άκουσαν. Οι πρώτοι γιατί είναι υποχρεωμένοι να κινούνται μέσα στην "καλλιτεχνική" πραγματικότητα και οι δεύτεροι γιατί ως "κοινό", δημιουργούν αντιδράσεις "μάζας" από τις οποίες δεν μπορούν να απαλλαγούν. Ας μην ξεχνάμε πως οι ίδιοι άνθρωποι μεθαύριο θα εκστασιαστούν με την ποιότητα των τραγουδιών της Αρβανιτάκη και της Πρωτοψάλτη και οι ίδιοι νεαροί θα "ροκάρουν" με τον Παπακωνσταντίνου, τα άστρα των οποίων βέβαια έχουν μόνιμη θέση στο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Ποτέ το "λίγο" δεν θα μπορέσει να βλάψει το "πολύ" όσο λίγο κι αν είναι…