Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

ev media-logo


«Άφθιτοv κλέος». Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Είναι σίγουρα μεγάλη η συγκίνηση που προκάλεσε η ανακάλυψη του Τύμβου της Αμφίπολης σε ολόκληρο τον κόσμο. Εφημερίδες υψίστου κύρους και τηλεοπτικοί σταθμοί παγκόσμιας εμβέλειας ασχολούνται σχεδόν καθημερινά με την πρόοδο της ανασκαφής, δίνουν στοιχεία για την εποχή κατασκευής του τύμβου, πιθανολογούν σχετικά με τον ενταφιασθέντα και γενικά υπάρχει μια συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από ιστορικά, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά ζητήματα.

617

Μια πραγματικά ευτυχής συγκυρία ανάδειξης της Ελλάδας στο παγκόσμιο προσκήνιο και αυτή τη φορά όχι επειδή "χρωστάει της Μιχαλούς" αλλά γιατί εκ νέου αναδίνει το άρωμα της πνευματικότητας που την χαρακτηρίζει μέσα από τα κλέη των προγονικών της καταβολών.

Τυχεροί όσοι συμμετέχουν στην πορεία των αποκαλύψεων και βάζουν (ή… βγάζουν) από ένα λιθαράκι στην αναζήτηση των συμπερασμάτων. Τυχερή η υπεύθυνη αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη, τυχερός ο υπουργός Πολιτισμού, τυχερός ο Σαμαράς, τυχερός ο Βενιζέλος που παίρνουν λίγη από τη δόξα την οποία αναγκαστικά προσφέρουν τα φώτα της δημοσιότητας.

Άτυχη φυσικά η αντιπολίτευση και όλοι οι υπόλοιποι αρχαιολόγοι οι οποίοι αναγκαστικά μένουν εκτός εμβελείας αυτών των φώτων και προσπαθούν γκρινιάζοντας να κερδίσουν λίγη προσοχή.  Πρόκειται για ένα έργο το οποίο παίζεται κάθε φορά που κάποιος πετυχαίνει κάτι σημαντικό. Παιζόταν, παίζεται και θα παίζεται εσαεί.

Κι αυτό συμβαίνει διότι κανείς απ' όλους αυτούς τους μικρούς πρωταγωνιστές που κυνηγούν την εφήμερη αναγνώριση δεν διέπεται από την νοοτροπία του μυστηριώδους στρατηγού που βρίσκεται θαμμένος στον τάφο της Αμφίπολης. Γιατί εκείνος δεν επεδίωξε την φήμη στους συγχρόνους του, αλλά τη διαιώνιση του ονόματός του στους αιώνες.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο θάνατος ήταν το τέλος των πάντων, και ο μόνος τρόπος να αγγίξει κάποιος, κάπως, την αιωνιότητα ήταν να κατασκευάσει έναν πολυτελέστατο τάφο που θα δήλωνε την ανδρεία του και το μεγαλείο των έργων του όσο ζούσε, έτσι ώστε οι επόμενες γενιές να τον μνημόνευαν με θαυμασμό. Και μα την αλήθεια, ο μυστηριώδης θαμμένος στρατηγός το κατάφερε μια χαρά! Πέρασαν δύο χιλιάδες και τριακόσια χρόνια από τότε που "έληξε η θητεία" του σε αυτόν τον μάταιο κόσμο και όλη η υφήλιος ασχολείται με την ταυτότητά του, τα έργα του και το σημάδι που άφησε στο σύντομο πέρασμά του. Ακόμα και ο εργάτης που έβαλε την τελευταία πέτρα στον τελευταίο "τοίχο σφράγισης", χαϊδεύοντας με το μυστρί του τον τελευταίο αρμό, θα μπορούσε να είναι περήφανος!

Σε ένα σημείωμα του Παναγιώτη Νεστορίδη, ενός σύγχρονου σκηνοθέτη και αρθρογράφου από την Καβάλα επισημαίνεται ότι από την εποχή της Ιλιάδας ακόμα, η διαδικασία της ταφής των υπολειμμάτων της καύσης του νεκρού, περιλάμβανε και το στήσιμο μιας επιτύμβιας στήλης ώστε ο καθένας να διακρίνει το μέρος όπου είχαν θαφτεί τα οστά του νεκρού. Πρόκειται για την επίκληση της Μνημοσύνης, η οποία γινόταν μερικές φορές και τραγούδι ώστε και με αυτόν τον τρόπο οι επόμενες γενεές να γνωρίσουν τόσο τη ζωή όσο και τα ηρωικά κατορθώματά του – κατά  μία έννοια να μείνει ζωντανός στη μνήμη των ανθρώπων.

Για τους αρχαίους δεν υπήρχε μετά θάνατον ζωή, υπήρχε μόνο ένας "καλός" ή "κακός" θάνατος, όπως διαγράφεται παραστατικότατα στη σύγκρουση της Αντιγόνης με τον Κρέοντα, σχετικά με την απόφασή της να θάψει τον "προδότη" αδερφό της.

Η διάκριση μεταξύ «καλού» και «άθλιου» θανάτου, αναπτύχθηκε στα πλαίσια της αποδοχής του γεγονότος ότι ως άνθρωποι, σε αντίθεση με ότι ισχύει για τους θεούς, γερνούμε και πεθαίνουμε.

Εν αντιθέσει με ότι ισχύει στη χριστιανική αντίληψη για τον θάνατο, στην οποία αυτός αποτελεί απλά μια κατάσταση μετάβασης, οι αρχαίοι Έλληνες επικεντρώθηκαν στο ζήτημα του τι θα μπορούσαν να πράξουν ώστε να ξεχωρίσουν σε ανθρώπινο επίπεδο από τους λοιπούς θνητούς, τη στιγμή θεωρούσαν ότι η ψυχή είναι μια ανυπόστατη πνοή και πως από την στιγμή που πεθάνουμε πηγαίνουμε στον Άδη, όπου δεν υπάρχει πια τίποτα.

Αυτή η καθαρά γήινη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για τον άνθρωπο και η αποδοχή της θνητότητάς του, συνδέεται άμεσα με τον «ηρωικό θάνατο», δίνοντας στους θνητούς την δυνατότητα να κερδίσουν λίγο από την σταθερότητα της ύπαρξης που αποδίδονταν στους θεούς. Πως; Μέσω αυτού που οι αποκαλούσαν "κλέος άφθιτον", (δόξα αθάνατη), μέσω δηλαδή της μνείας των κατορθωμάτων ενός ήρωα. Και αυτό ακριβώς το στοιχείο συνδέεται άμεσα με τον καλό θάνατο τόσο μέσω της νεκρικής τελετουργίας όσο και μέσω του επιτύμβιου μνημείου που στήνεται για το νεκρό.

Αυτή ακριβώς είναι και η διαφορά του άγνωστου ακόμα σε μας αλλά ένδοξου στρατηγού που έρχεται και πάλι (κυριολεκτικά) στην επιφάνεια και των γνωστών μας αλλά άδοξων επιγόνων του, για τους οποίους η Ιστορία δεν θα σπαταλήσει ούτε μια σταγόνα μελανιού, πιθανώς γιατί και τους ίδιους δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η υστεροφημία τους.