Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

ev media-logo


«Έμπολα και φτώχεια, ή όπου φτωχός κι η μοίρα του». Το νέο άρθρο του Διονύση Παρούτσα

Η καταστροφική κρίση με το ξέσπασμα της επιδημίας του Έμπολα στη Δυτική Αφρική προσφέρει πολλά μαθήματα, και όχι μόνο σε ότι αφορά τις προσπάθειες που γίνονται παγκοσμίως για την καταπολέμηση της φτώχειας.

624

Πρώτα απ 'όλα, η κρίση θα πρέπει να μας οδηγήσει να αναθεωρήσουμε τη θριαμβολογία που σημειώνεται εδώ και μερικά χρόνια ότι "σε μια γενιά" θα μπορέσουμε να πετύχουμε τη σύγκλιση μεταξύ του Βορρά και του Νότου, των πλούσιων και των φτωχών χωρών, κατορθώνοντας να "δώσουμε τέλος στην προβλέψιμη θνησιμότητα που προέρχεται μεταξύ άλλων και από τα λοιμώδη νοσήματα".

Δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από την κληρονομιά της αποικιακής εκμετάλλευσης και της λεηλασίας που υπέστησαν από τις δικές τους διεφθαρμένες κυβερνήσεις,  η Λιβερία και η Σιέρα Λεόνε είναι δύο χώρες που έχουν ρημάξει από βάναυσους εμφύλιους πολέμους.

Δεύτερον, η διασπορά του Έμπολα και η κοινωνική καταστροφή που φέρνει, δεν θα σταματήσει με ένα σύστημα "παγκόσμιας εξασφάλισης" που δεν θα δίνει πραγματική πρόσβαση στη δημόσια υγεία και την αποτελεσματική φροντίδα, αλλά ούτε και με τη μεταβίβαση πακτωλών χρημάτων αν αυτά δεν μοιραστούν μέσω ελεγχόμενων μηχανισμών. Παρ' όλο που και οι δύο προσεγγίσεις ενδείκνυνται ως λύσεις στο πρόβλημα της παγκόσμιας φτώχειας, εντούτοις δεν αποτελούν πανάκεια.

Επίσης το πρόβλημα δεν θα λύσει η σύνδεση της αποδοτικότητας του ιατρικού προσωπικού, που επιχειρείται στην Αμερική, δίνοντας τους τάχα κίνητρο για να είναι πιο παραγωγικοί, με μισθούς που συνδέονται με… ποσοστώσεις και αποτελέσματα.

Όλα αυτά μας φέρνουν σε ένα τρίτο μάθημα από την κρίση: Οι εντυπωσιακές λύσεις που εστιάζουν σε βραχυπρόθεσμες εκβάσεις, και συχνά παράγουν τις λεγόμενες «κάθετες» παρεμβάσεις (αυτές δηλαδή που αποσυνδέονται από το ευρύτερο πλαίσιο), στην πραγματικότητα δεν λειτουργούν μακροπρόθεσμα, ή αποτελεσματικά.

Οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι υπάρχει ανάγκη μετατόπισης των σχέσεων εξουσίας ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη ισότητα, να γίνουν επενδύσεις στην ενίσχυση των θεσμών, να δοθεί χώρος για ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων που επηρεάζονται από τις πολιτικές για την υγεία και την ανάπτυξη, καθώς και για την κατασκευή αποτελεσματικών και προσιτών μηχανισμών λογοδοσίας.

Αν και συχνά οι κατεστημένοι κύκλοι των τομέων υγείας απορρίπτουν αυτές τις παρεμβάσεις ως ανούσιες, ουτοπικές και μη μετρήσιμες, η κρίση του Έμπολα δείχνει ακριβώς γιατί αυτές οι επενδύσεις είναι ζωτικής σημασίας.

Τα συστήματα υγείας δεν είναι απλά ένα μέσο για την τεχνική παράδοση αγαθών και υπηρεσιών. Αποτελούν μέρος του πυρήνα του κοινωνικού ιστού των κοινωνιών. Έχουν τη δυνατότητα από τη μια να δώσουν την ευκαιρία να εκδηλωθούν δράσεις αλληλεγγύης και ισότητας ενώ, από την άλλη, μπορούν να επιτείνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Οι τρεις περισσότερο πληγείσες χώρες στη Δυτική Αφρική, διέθεταν όλες δυσλειτουργούντα συστήματα υγείας πριν χτυπήσει ο Έμπολα. Επιπλέον ήταν χώρες όπου οι άνθρωποι - κυρίως οι γυναίκες και τα παιδιά – βίωναν φτώχεια και περιθωριοποίηση.

Τα ανεπαρκή, και τώρα αποδεκατισμένα συστήματα υγείας, καθώς και οι συνεπόμενες επιπτώσεις της κρίσης στην εκπαίδευση, τη στέγαση, και τα τρόφιμα, όλα αυτά θέτουν ζητήματα πρόσβασης και απόλαυσης βασικών θεμελιωδών οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτά είναι το ίδιο σημαντικά με τις παραβιάσεις των πολιτικών δικαιωμάτων όπως είναι οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στη διακίνηση, που ενδέχεται να προκύψουν από την επιδημία του ιού Έμπολα.

Επίσης είναι εξίσου σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε τον τεράστιο ρόλο που παίζουν οι μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο ξέσπασμα επιδημιών όπως όπως ο ιός Έμπολα.

Η αφάνταστη ταλαιπωρία που παρατηρούμε δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της "φυσικής" παθοφυσιολογίας και επιδημιολογίας της νόσου.

Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι περισσότερο από τον μισό πληθυσμό σε κάθε βαριά πληγείσα χώρα, ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας (53% στη Σιέρα Λεόνε, το 55% στη Γουινέα, και 64%. Και, όπως αναφέρθηκε και  παραπάνω, οι γυναίκες και τα παιδιά πλήττονται δυσανάλογα από την μαζική στέρηση των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που αντανακλούν οι αριθμοί.

Στη Σιέρα Λεόνε, για παράδειγμα, είχαν γίνει φρικιαστικές αγριότητες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Όταν οι ομάδες ανθρωπιστικής βοήθειας αποχώρησαν άφησαν ένα σύστημα υγείας ανίκανο να αντιμετωπίσει ακόμη και τις πιο βασικές υγειονομικές ανάγκες. Έλειπαν βασικές προμήθειες και φάρμακα. Οι εργαζόμενοι συχνά δεν διέθεταν ράμματα ή γάντια, ούτε τρεχούμενο νερό ή σαπούνι, και χρησιμοποιούσαν τα κινητά τους για να βλέπουν κατά τη διάρκεια εγχειρήσεων.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει ένα ελάχιστο 23 εργαζομένων υγειονομικού προσωπικού ανά 10.000 άτομα. Εντούτοις υπάρχει απελπιστική έλλειψη εργαζομένων στον τομέα της υγείας στις πληγείσες χώρες. Στη Σιέρα Λεόνε, υπήρχαν μόνο 0,2 ιατροί και 1,7 νοσηλευτές ανά 10.000 άτομα στην αρχή αυτής της κρίσης. Το 2009 περίπου οι μισοί εργαζόμενοι δεν πληρώνονταν κι έτσι χρέωναν παράνομες αμοιβές ακόμα και για τα φάρμακα ή πουλούσαν τις κουνουπιέρες  των νοσοκομείων.

Πρέπει να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα από την κρίση του  Έμπολα: Να μη στελεχώσουμε απλά κάποιες προσωρινές δομές προστασίας από την εισροή ξένων πληθυσμών, οι οποίες θα εξαφανιστούν όταν τελικά η κρίση περιοριστεί ή όταν κάποια άλλη φρίκη εμφανιστεί στις τηλεοπτικές οθόνες μας

Αυτή τη φορά, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι  δεν θα ισχύσει το status quo ante (το προηγούμενο καθεστώς) ως «κανονικό». Αντίθετα χρειάζεται να γίνουν δεσμεύσεις  για ενίσχυση των συστημάτων υγείας, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη δημόσια υγεία. Αυτά θα δημιουργήσουν όχι μόνο μεγαλύτερη παραγωγικότητα και υγιές προσδόκιμο ζωής, αλλά επίσης θα ενδυναμώσουν τη φωνή των ανθρώπων και θα τους δώσουν τη δυνατότητα να ζήσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια.

Ο Έμπολα μας έδειξε παραστατικά ότι ζούμε σε έναν εξολοκλήρου παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Το οφείλουμε σε εκείνους με τους οποίους μοιραζόμαστε αυτόν τον πλανήτη, καθώς και στις μελλοντικές γενιές, να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα βιώσιμης ανάπτυξης όπως άλλωστε προβλέπει και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία υπογραμμίζει ότι "τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που εισάγει μπορούν να ασκηθούν πλήρως" από όλους.

Το κείμενο βασίζεται σε άρθρο της Αλίσια Γιάμιν, λέκτορα στο Χάρβαρντ: http://www.ipsnews.net/2014/10/opinion-ebola-human-rights-and-poverty-making-the-links/